Κάποτε ποὺ ἄρχισα νὰ σκέφτομαι γιὰ τὰ ὄντα κι ἡ σκέψη μου περιπλανήθηκε πολὺ στὰ μεγάλα ὕψη, ἐνῷ οἱ σωματικές μου δυνάμεις ἔπεσαν σὲ λήθαργο, θαρρεῖς καὶ βυθίστηκαν σὲ βαθὺ ὕπνο, ὅπως ὕστερα ἀπὸ πολὺ φαγητὸ ἢ ἀπὸ βαριὰ δουλειά, νόμιζα πὼς εἶδα μπροστά μου ἕνα τεράστιο καὶ πέρα ἀπὸ κάθε μέτρο ὀν, ποὺ μὲ φώναξε μὲ τὸ ὄνομά μου καὶ μοῦ εἶπε: Τί θέλεις νὰ ἀκούσῃς, νὰ δῇς καὶ μὲ τὴ νόηση νὰ γνωρίσῃς καὶ νὰ κατανοήσῃς;
[2] Κι ἐγώ του εἶπα: Κι ἐσὺ ποιός εἶσαι; -Ἐγώ, εἶπε, εἶμαι ὁ Ποιμάνδρης, ὁ αὐθεντικὸς νοῦς. Ξέρω τί ζητᾶς καὶ βρίσκομαι μαζύ σοῦ παντοῦ.
[3] Κι ἐγώ του εἶπα: Θέλω νὰ μάθω γιὰ τὰ ὄντα καὶ νὰ κατανοήσω τὴ φύση τους, θέλω νὰ γνωρίσω τὸ θεό. Κι εἶπα πάλι: Πόσο θά ᾽θελα νὰ σὲ ἀκούσω. Σκέψου τὰ ὅσα θέλεις νὰ μάθῃς κι ἐγὼ θὰ σὲ διδάξω.
[4] Καὶ λέγοντας αὐτὰ ἄλλαξε ὄψη ἡ κατάστασή μου. Καὶ ξαφνικὰ ἄνοιξαν μπροστά μου τὰ πάντα. Καὶ βλέπω ἕνα ὅραμα, χωρὶς ὅρια· ὅλα ἔγιναν φῶς, ἕνα γαλήνιο καὶ χαρούμενο φῶς. Καὶ ἔρωτας μεγάλος μὲ κατέλαβε γι᾽ αὐτὸ ποὺ εἶδα. Κι ὕστερα ἀπὸ λίγο σκοτάδι κατέβαινε ἀπὸ τὴ μιὰ μεριά. Κι ἦταν φοβερὸ καὶ τρομερό. Καὶ στριφογύριζε σὰν σπεῖρα. Κι ἔμοιαζε μὲ (φίδι). Ὕστερα τὸ σκοτάδι ἔγινε κάτι ὑγρό, ἀνείπωτα ταραγμένο, ποὺ ἀνάδινε καπνό, σὰν νὰ ἔβγαινε ἀπὸ φωτιὰ καὶ ἀκούστηκε ἕνας ἀπερίγραπτα θρηνητικὸς ἦχος. Σὲ λίγο βοὴ ἀσυνάρτητη ἀκούστηκε, σὰν νὰ ἦταν βοὴ φωτιᾶς.
[5] Καὶ ἀπὸ τὸ φῶς λόγος ἅγιος γέμισε τὴ φύση καὶ ὁλοκάθαρη φωτιὰ ξεπήδησε ἀπὸ τὴν ὑγρὰ φύση, ψηλά, πάνω στὰ ὕψη. Κι ἦταν κάτι ἀνάλαφρο μαζύ καὶ ὀξὺ καὶ δραστικό. Κι ὁ ἀέρας, ποὺ ἀκολούθησε τὸ πνεῦμα ποὺ ἀνέβαινε ἀπὸ τὴ γῆ καὶ τὸ νερὸ ὤς τὴ φωτιά, ἦταν ἀνάλαφρος· κι ἔμοιαζε σὰν νὰ κρέμεται ἀπὸ τὴ φωτιά. Ἡ γῆ καὶ τὸ νερὸ εἶχαν μπερδευτεῖ τόσο πολύ, ὥστε νὰ μὴν ξεχωρίζει ἡ (γῆ) ἀπὸ τὸ νερό . Καὶ κινοῦνταν γιὰ νὰ κάνουν νὰ ἀκουστῇ ὁ πνευματικὸς λόγος.
[6] Καὶ τότε ὁ Ποιμάνδρης μοῦ εἶπε: Κατάλαβες τί σημαίνει αὐτὸ τὸ ὅραμα; Κι ἐγώ του ἀποκρίθηκα: Κατάλαβα. Τὸ φῶς ἐκεῖνο εἶπε, εἶμαι ἐγὼ ὁ Νοῦς, ὁ θεός σου, ἐκεῖνος ποὺ ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὴν ὑγρὰ φύση καὶ τὸ σκοτάδι καὶ ὁ φωτεινὸς Λόγος ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸ Νοῦ εἶναι υἱὸς Θεοῦ. Κι εἶπα: Τί σημαίνει αὐτό. -Μάθε το λοιπόν: Αὐτὸ ποὺ εἶδες καὶ ἄκουσες εἶναι Λόγος Κυρίου καὶ ὁ Νοῦς Θεὸς Πατέρας. Καὶ δὲν χωρίζεται τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ἡ ἕνωσή τους εἶναι ἡ ζωή. -Εὐχαριστῶ, τοῦ ἀποκρίθηκα. Ἀλλὰ τότε κατανόησε το φῶς καὶ μάθε νὰ τὸ ἀναγνωρίζῃς.
[7] Καὶ μὲ τοῦτα τὰ λόγια μὲ κοίταξε κατάματα ἀρκετὴ ὥρα ἔτσι ποὺ μὲ τὴν ἰδέα αὐτὴ ἔτρεμα. Καὶ ὅταν κούνησα τὸ κεφάλι μου βλέπω στὸ νοῦ μου ὅτι τὸ φῶς ἀποτελοῦνταν ἀπὸ ἀναρίθμητες δυνάμεις. Κι ἔγινε ἕνας ἄπειρος κόσμος, ὅπου ὑπερίσχυε ἡ φωτιὰ μὲ πολὺ μεγάλη δύναμη καὶ ἔκανα προσπάθεια γιὰ νὰ σταθῶ στὴ θέση μου. Καὶ νὰ τί ξεχώρισα μὲ τὴ σκέψη μου ἀπὸ ὅσα εἶδα μὲ τὸ λόγο του Ποιμάνδρη.
.....................................
[12] Καὶ ὁ πατέρας ὅλων, ὁ Νοῦς, ποὺ εἶναι ζωὴ καὶ φῶς, γέννησε τὸν ἄνθρωπο, ἴσον μὲ τὸν ἑαυτόν του, τὸν ὁποῖο καὶ ἀγάπησε ὡς γέννημα δικό του. Κι ἦταν πανέμορφος ὁ ἄνθρωπος γιατί εἶχε τὴν εἰκόνα τοῦ πατέρα του. Ἐπειδὴ ὁ θεὸς ἀγάπησε τὴν ἴδια του τὴ μορφή, τοῦ παρέδωσε ὅλα του τὰ δημιουργήματα.
[13] Καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀφοῦ κατενόησε τὴν κτίση τοῦ Δημιουργοῦ μέσα στὴ φωτιά, σκέφτηκε νὰ δημιουργήσῃ καὶ αὐτός. Καὶ ὁ πατέρας του συγχώρησε αὐτὸ ποὺ ἔκανε στὴ σφαῖρα τῆς δημιουργίας στὴν ὁποία εἶχε κάθε ἐξουσία. Κατανόησε τοῦ ἀδελφοῦ τὰ δημιουργήματα καὶ ἀγάπησαν αὐτὸν καὶ ὁ καθένας του μετέδιδε τὶς γνώσεις τῆς δικῆς του τάξης. Καὶ ἀφοῦ κατανόησε τὴν οὐσία τους καὶ ἀφοῦ μετάλαβε τῆς φύσης τους, θέλησε νὰ σπάσῃ τὴν περιφέρεια τῶν κύκλων, γιὰ νὰ κατανοήσῃ τὴ δύναμη αὐτοῦ ποὺ κυριαρχεῖ μέσα στὴ φωτιά.
[14] Καὶ τότε ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶχε τὴν ἐξουσία πάνω στὸν κόσμο τῶν θνητῶν καὶ τῶν ἀλόγων ζώων ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὴν ἁρμονία, σκέφτηκε νὰ διαρρήξῃ τὸ πλαίσιο ποὺ τὰ περιβάλλει. Καὶ εἶδε στὴν κατώτερη φύση τὴν ὡραία μορφὴ τοῦ θεοῦ καὶ ὅταν εἶδε τὸ ἀπέραντο κάλλος (καὶ) ὅλη τὴν ἐνεργητικότητα τῶν διοικητῶν νὰ ἑνώνονται στὴ μορφὴ τοῦ θεοῦ, ἐκεῖνος μειδίασε ἀπὸ ἀγάπη, γιατί εἶδε τὴν ὑπέροχη μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀντανακλᾶται στὸ νερὸ καὶ στὴ σκιά του πάνω στὴ γῆ. Κι αὐτὸς βλέποντας τὴν ὅμοια μὲ αὐτὸν μορφὴ στὸ νερὸ τὸν ἀγάπησε καὶ θέλησε νὰ κατοικήσῃ σ᾽ αὐτό. Καὶ ἀμέσως ἡ βουλὴ ἔγινε ἐνέργεια καὶ κατοίκησε στὴν ἄλογο μορφή. Τότε ἡ φύση, ἀφοῦ πῆρε τον ἀγαπημένο της, μπλέχτηκε μαζύ του καὶ ἑνώθηκαν κανονικά. Γιατί ἦταν ἐρωτευμένοι.
[15] Καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος εἶναι διπλὸς ἀπὸ ὅλα τὰ ζῶα τῆς γῆς: θνητὸς κατὰ τὸ σῶμα καὶ ἀθάνατος στὴν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου. Παρ' ὅλο ποὺ στὴν οὐσία εἶναι ἀθάνατος καὶ ἔχει ἐξουσία σὲ ὅλα, πάσχει ὡς θνητὸς καὶ ὑπόκειται στὴν Εἱμαρμένη. Παρ' ὅλο ποὺ εἶναι ὑπεράνω τῆς ἁρμονίας ἔγινε δοῦλος τῆς ἁρμονίας· καὶ καθὼς ἦταν σερνικοθήλυκος ἀφοῦ προερχόταν ἀπὸ σερνικοθήλυκο πατέρα καὶ ἄϋπνος ἀπὸ ἄϋπνο ἔτσι καὶ μένει.
( «ΕΡΜΗΣ Ο ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΣ» 240. – Ποιμάνδρης §§ 1-7, 12-15 ) ἀπό ἐδῶ , Μετάφρασις Π. Ῥοδάκης
Ποιμάνδρης ( ποιμήν ἀνδρῶν)
Ἡ Πελασγική

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου