"Μιὰ φορὰ εἶχα ἕνα μικρὸ σπιτάκι σὲ μιὰ ἐρημικὴ μεριὰ κοντὰ στὴ θάλασσα. Βουναλάκια μικρὰ τὸ τριγυρίζανε, βουναλάκια ἥμερα καὶ χαρούμενα, στολισμένα μὲ λίγα δεντράκια, σκοίνους, θυμάρια, πρινάρια, ρήγανη, ποῦ μοσχοβολούσανε. Κατὰ τὸν βορηὰ ἤτανε μιὰ ρεματιὰ μὲ λίγα πλατάνια καὶ μὲ λυγαριές, καὶ στὸ βάθος της καταστάλιζε τὸ καλοκαίρι λιγοστὸ καθαρὸ ἀεράκι. Τὴν ἄνοιξη τὸ χῶμα στολιζότανε μὲ ἀγριολούλουδα χρωματιστά, ποῦ μὲ κάνανε νὰ χαίρουμαι καὶ νὰ δοξάζω τὸν Θεό. Τί ἁγνότητα ποῦ εἶχε ἡ ψυχή μου!
Εἶχα διαλέξει αὐτὸ τὸ μέρος νὰ μὴν ἔχη κανέναν δρόμο, γιὰ νὰ μὴν ἔρχεται ἄνθρωπος κατὰ κεί. Ἤμουνα καταμόναχος, ἥσυχος, ξεκουρασμένος. Ἀποτραβιόμουνα ἐκεῖ πέρα κ' ἔβγαζα ἀπὸ πάνω μου τὶς ἔγνοιες καὶ τὶς σκοτοῦρες, σὰν τὸ φίδι ποῦ βγάζει τὸ πετσί του. Ξανάβρισκα τὴ λευτεριά μου.
Πολλὲς φορὲς ἔκανα μῆνες νὰ κατεβῶ στὴν πολιτεία. Τὸν μοναχὸ ἄνθρωπο ποῦ ἔβλεπα, ἤτανε ἕνας τσομπάνης, ἕνας μισοκαλόγερος, ποῦ, ὅποτε πήγαινε στὸ χωριό, μούφερνε ὅ,τι εἶχα ἀνάγκη. Στὴν ὄψη ἤτανε ἴδιος ὁ ἅγιος Γιάννης ὁ Πρόδρομος, πετσὶ καὶ κόκκαλο, μὲ ἄγρια μαλλιὰ καὶ γένεια κατάμαυρα, θεοφοβούμενος. Τὸν λέγανε Χρῆστο, κ' ἤτανε Σαρακατσαναῖος.
Ἐκεῖ κοντὰ βρισκότανε ἕνα ρημοκκλήσι πολὺ μικρό, ὁλότελα ξεχασμένο, κι ὁ Χρῆστος πήγαινε ταχτικὰ κι ἄναβε τὰ καντήλια....Τό μέρος ἤτανε δασωμένο, τὰ δέντρα κατεβαίνανε λίγο παραμέσα ἀπὸ τὴ θάλασσα. Ἀπὸ τὸ παραθύρι μου ἄκουγα μέρα-νύχτα τὸ βουητὸ ποῦ κάνανε τὰ κύματα, τὴν ἀνάσα τῆς θάλασσας, ποῦ τὴ συνήθισα σὰ νανούρισμα, ἀπὸ τὰ μικρὰ χρόνια μου. Μαζὶ μὲ τὸ ρουχάλισμα τοῦ πελάγου ἀνακατευότανε καὶ τὸ βούϊσμα ὁποὺ κάνανε τὰ δέντρα γύρω στὸ σπιτάκι μου, ποῦ φαινότανε μοναχὰ ἀπὸ τὴ θάλασσα.
...Γύριζα στὸ σπίτι μου συγκρυασμένος. Ὁ βόγγος τῆς θάλασσας ἐρχότανε στ' αὐτιά μου ἀπὸ μακρυά. Ἔβγαζα ἀπὸ τὴν τσέπη μου ὅ,τι εἶχα μαζεμένα, χαλίκια, σανιδάκια, κοχύλια, καὶ τὰ ἀράδιαζα ἀπάνω στὸ τραπέζι μου, κοντὰ στὰ λιγοστὰ βιβλία μου. Γύριζα κ' ἔβλεπα μιὰ εἰκόνα ποῦ ζωγράφιζα, τὸν ἅγιο Γιάννη τὸν Πρόδρομο, ποῦ τὸν ἀγαπῶ πολύ, κ' ἔκανα τὸν σταυρό μου. Ἠλιοψημένος, σκελετωμένος, φτερωτὸς σὰν ἀγριοπούλι, ἀναμαλλιασμένος, κύτταζε τὸν Χριστὸ ποῦ ἔσκυβε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τοῦ μιλοῦσε. Τὸ πνεῦμα μου ἤτανε ἥσυχο. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦσα ν' ἀποσκεπάζη τὸν κόσμο.
Σὲ λίγο, ἄρχιζε νὰ κατεβαίνη σιγά-σιγά ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τὸ σκοτάδι τῆς νύχτας. Ὤς νὰ κάνω τὴν προσευχή μου, ὁ οὐρανὸς γινότανε κατάμαυρος. Ἀπὸ τὸ παραθύρι μου ἔβλεπα τὰ ἄστρα νὰ κρέμουνται σὰν καντήλια ἀπάνω ἀπὸ τὸ πέλαγο ποῦ βογγοῦσε μέσα στὸ σκοτάδι.
Ξαπλωνόμουνα στὸ στρωσίδι μου κι ἀφουγκραζόμουνα τὸ βόγγο τῆς θάλασσας καὶ τῶν δέντρων. Συμμαζευόμουνα γιὰ νὰ ζεσταθῶ ἀπὸ τὴν ψύχρα τῆς νύχτας κ' ἔλεγα μέσα μου "Δόξα σοι ὁ Θεός, ποῦ δὲν μὲ ξέρει κανένας!"
~ Φώτης Κόντογλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου