" ...μητρός τε καί πατρός καί τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν πατρίς καί σεμνότερον καί ἁγιώτερον καί ἐν μείζονι μοίρᾳ καί παρά θεοῖς καί παρ᾽ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσι..." Σωκράτης
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Carl Schmitt. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Carl Schmitt. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

Carl Schmitt : Κράτος,Μεγάλος χῶρος,Νόμος


Ιταλική έκδοση Adelphi.
Επιμέλεια του Giovanni Gurisatti.
Μετάφραση: Ιωάννης Αυξεντίου.
 
Πολύ καιρό πριν  να επινοηθεί ο απλοϊκός όρος 'παγκοσμιοποίηση', ο Carl Schmitt προέβλεψε, με προφητική διαύγεια, πως η οικουμενικότητα της άγγλο-αμερικανικής ηγεμονίας επρόκειτο να διαγράψει κάθε χωρική διαφοροποίηση και ποικιλία, εντός ενός 'ενιαίου κόσμου' πλήρως διαχειριζόμενου από την τεχνική και από τις διεθνικές οικονομικές στρατηγικές και υποκείμενο σε ένα είδος 'διεθνούς αστυνόμευσης'. Ένας κόσμος χωρικά ουδέτερος, χωρίς διαχωριστικά και αντιθέσεις και επομένως χωρίς πολιτική. Για τον  Schmitt αυτό θα ήταν όχι ο καλύτερος, άλλα ο χειρότερος των δυνατών κόσμων, ξεριζωμένος από τα γήινα θεμέλια του. 

Αντιθέτως, ο Schmitt πιστός στη δίκαιη Tellus Mater ('μητέρα της γης'), ακολουθεί την ιδέα ότι δεν μπορεί να υπάρχει παγκόσμια Ordnung (τάξη) χωρίς Ortung (εντοπισμό), δηλαδή χωρίς μία επαρκώς διαφοροποιημένη υποδιαίρεση του χερσαίου χώρου. Μία υποδιαίρεση που υπερβαίνει όμως τον εδαφικό περιορισμό των παλαιών κλειστών εθνικών κρατών, για να φθάσει στην «αρχή των μεγάλων χώρων». Τη μόνη αρχή σε θέση να δημιουργήσει  ένα νέο Ius gentium  στου οποίου το ιδανικό κέντρο  θα έπρεπε  να τεθεί η αρχαία γη της Ευρώπης, το αυθεντικό Κατέχον ενάντια στον 'Αντίχριστο' της πλανητικής ομοιομορφίας στο όνομα του ενός ‘άρχοντα του κόσμου’ (δηλ.των ΗΠΑ). 
 
Είναι βέβαιο ότι η προοπτική του Schmitt, ήδη σκιαγραφημένη πριν ογδόντα χρόνια, τώρα φαίνεται πιο επίκαιρη παρά ποτέ και η σκέψη του επιβεβαιώνεται ως απαραίτητη για την ανάγνωση της εποχής μας. Το μαρτυρά εύγλωττα αυτή η ευρεία συλλογή από δοκίμια, τα οποία, γραμμένα σε διάστημα πενήντα ετών -από την ‘Έννοια  του  πολιτικού’ (1927) μέχρι την ‘Παγκόσμια νομική επανάσταση’ (1978)- αποτελούν μία πραγματική συνάθροιση του προβληματισμού του σχετικά με την πολιτική και το διεθνές δίκαιο.

 
  O Carl Schmitt εναντίον της αυτοκρατορίας των ΗΠΑ

Άρθρο του Simone Paliaga
Μετάφραση: Ιωάννης Αυξεντίου

Στη συλλογή δοκιμίων του μεγάλου φιλοσόφου προβλέπεται ένας ολοκληρωτικός πόλεμος,  στον οποίο  οι  ‘κυρίαρχοι του κόσμου’, για να εξαλείψουν τους πιθανούς αντιπάλους τους, τους κάνουν να φαίνονται ως εγκληματίες.

Η περιθωριοποίηση των άλλων κυβερνήσεων βρίσκεται στα χέρια των ΗΠΑ, οι οποίες διεκδικούν το δικαίωμα να υποκινούν τους λαούς ενάντια στις ίδιες τις κυβερνήσεις τους, αλλάζοντας τη μορφή του πολέμου που κυριαρχούσε μέχρι τώρα (δηλ. μεταξύ κρατών) σε εμφύλιο πόλεμο. Ο αμερικανικού τύπου παγκόσμιος περιθωριοποιητικός πόλεμος μετατρέπεται έτσι σε παγκόσμιο εμφύλιο πόλεμο. Δείχνει λοιπόν ως η περιγραφή όσων συμβαίνουν ή συνέβησαν στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική τα τελευταία χρόνια, ενώ αυτή η ανάλυση υπάρχει σε μία μελέτη πάνω στο μετασχηματισμό του διεθνούς δικαίου που ανάγεται στο 1943. 
 
Στο κέντρο του προβληματισμού του Carl Schmitt, που από το 1941 συνεχίζει μέχρι το 1978, υπάρχει η προσπάθεια να μελετηθεί η πολιτική αναδιοργάνωση  του κόσμου για να αποφευχθεί η εμπλοκή του σε ένα λανθάνων αλλά καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο. «Η ιδέα του μεγάλου χώρου», γράφει ο Günter Maschke, ο καλύτερος μελετητής του Schmitt στον κόσμο, «πρέπει να εμποδίσει την καθολική παγκοσμιότητα που καταστρέφει την σχέση μεταξύ της τάξης και του εντοπισμού, ενώ ο νόμος πρέπει να κάνει να αποτύχει το σχέδιο της ενοποίησης του κόσμου. Διότι τόσο η καθολικότητα όσο και ο κόσμος ενοποιημένος από την παγκοσμιοποίηση, προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός μόνο Κυρίαρχου και την προώθηση μιας συνεχούς κατάστασης αστάθειας».

Με άλλα λόγια, εγκαθιδρύουν ένα σύστημα το οποίο εύκολα μεταμορφώνεται σε μία ιμπεριαλιστική πραγματικότητα. Πράγματι, σε έναν ενοποιημένο κόσμο επικρατεί η ιμπεριαλιστική πραγματικότητα μιας οικονομίας που αξιώνει την παγκόσμια αγορά, εξηγεί ο Schmitt, «στην οποία αντιστοιχεί ένας παγκόσμιος, απεριόριστος παρεμβατισμός. Τα συμφέροντα του παγκόσμιου καπιταλισμού ωθούν αναγκαστικά προς μία πολιτική πανταχού παρούσα, η οποία διεκδικεί το δικαίωμα να χορηγεί ή να αρνείται τη συναίνεση της Ουάσινγκτον σε κάθε μεταβολή της κατάστασης. Έτσι ο παραδοσιακός διαχωρισμός μεταξύ της πολιτικής και των επιχειρηματικών συμφερόντων έγινε ψεύτικος, διότι μακροχρόνια δεν μπορούν να υπάρχουν επιχειρηματικά συμφέροντα σε παγκόσμιο επίπεδο χωρίς μία πολιτική σε παγκόσμιο επίπεδο.». Πιστεύετε ότι αυτές οι γραμμές απέχουν πολύ από την περιγραφή του χάους των τελευταίων ετών;

Ο κυρίαρχος αυτού του κόσμου και οι έμπιστοι σύμμαχοι του έχουν «την απαίτηση να εξαλείψουν τον πολιτικό τους αντίπαλο», προειδοποιεί ο Schmitt, «στιγματίζοντάς τον ως εγκληματία, ο οποίος δρα ενάντια σε ολόκληρο τον κόσμο και ως το μεγαλύτερο εμπόδιο για την παγκόσμια ειρήνη». Έτσι δεν συνέβη με τον Saddam Hussein, με τον Gheddafi και σήμερα με τον  Assad στην Συρία; Τότε «ο πόλεμος μεταμορφώνεται σε μία τιμωρητέα και εκδικητική δράση που περιθωριοποιεί τον αντίπαλο ως εγκληματία. Η κυβέρνηση της Ουάσιγκτον θέλει να δυσφημήσει τον εχθρό και να οδηγήσει την ανθρωπότητα  προς ένα είδος πολέμου νομικά νέου: έναν ολικό πόλεμο πλανητικών διαστάσεων». Αυτό συμβαίνει γιατί «η κυβέρνηση των ΗΠΑ ορθώνεται ως κριτής της οικούμενης, παίρνοντας το δικαίωμα να ανακατεύεται στις υποθέσεις όλων των λαών και όλων των χώρων». Το αποτέλεσμα αυτού του μετασχηματισμού του δικαίου είναι ένα είδος ‘παν-παρεμβατισμού’, που δεν δρα μόνον στρατιωτικά γιατί δεν στοχεύει τόσο στην προσάρτηση όσο στον έλεγχο.
 
το μνήμα του Carl Schmitt
Όποιος προωθεί την ενότητα του κόσμου, όπως αναφέρει ο τίτλος ενός εκ των δοκιμίων που περιλαμβάνονται στην συλλογή, ξεχνά ότι «η γη είναι ακόμη μεγάλη για να περιέχει μία ποικιλία μεγάλων χώρων, στους οποίους άνθρωποι που αγαπούν την ελευθερία γνωρίζουν να υπερασπίζονται την ουσία τους και τις ιστορικές, οικονομικές και πνευματικές ιδιαιτερότητες τους». Για να επαναπροταθεί ένα παρόμοιο σενάριο, στον πλανητικό ιμπεριαλισμό χρειάζεται να αντιταχθεί ένα πλήθος μεγάλων χώρων, συγκεκριμένων και πλούσιων σε νόημα. Ο δικός τους αγώνας, θα είναι ένας αγώνας γύρω από το ζήτημα του κατά πόσον στο μέλλον, θα πρέπει να υπάρξει μία συνύπαρξη μεταξύ διαφορετικών αυτόνομων μορφών ή απλώς αποκεντρωμένων υποκαταστημάτων περιφερειακού τύπου, εγκαθιδρυμένων με την παραχώρηση του μοναδικού κυριάρχου του κόσμου.
 
Από εδώ και από τους στοχασμούς του μεγάλου ευρωπαίου νομικού, περνούν οι προκλήσεις στις οποίες θα πρέπει να απαντήσουν οι άρχουσες  τάξεις  εάν, πέραν από την ξύλινη γλώσσα, επιθυμούν πράγματι την ελευθερία και την ειρήνη, θυμίζοντας σε αυτές μία ρήση του Pierre Joseph Proudhon, που αγαπούσε ο Carl Schmitt: «όποιος μιλάει για 'ανθρωπότητα' το κάνει για να σας εξαπατήσει».

ἀπό : Θεόδοτος

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2023

Carl Schmitt : Ἡ δικτατορία εἶναι ἡ ἀληθινή δημοκρατία


 ...η δημοκρατία,νοούμενη ως άμεση άσκηση της λαϊκής  βούλησης πάνω από κάθε ιδιοτέλεια και ατομικό εγωισμό, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε δικτατορικές μορφές κυβέρνησης... ( γιά τό βιβλίο,ἐδῶ)

Άρθρο του Francesco Lamendola                                                                        
Μετάφραση: Ελευθέριος Αναστασιάδης

Η δημοκρατία είναι ένα πολιτικό σύστημα που έρχεται στο προσκήνιο με τη Γαλλική Επανάσταση, ειδικά στην ιακωβινική φάση της. Ηττήθηκε οπουδήποτε εμφανίστηκε, ξεκινώντας από το 1848, ωστόσο η αστική κοινωνική βάση αυτού του συστήματος δεν σταματά να εξαπλώνεται. Φαίνεται να θριαμβεύει το 1919, πάνω στις στάχτες των παλαιών μοναρχιών, αλλά, ξανά, καταρρέει παντού, τα χρόνια μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων: φθάνοντας στο πιο χαμηλό σημείο το 1939, απαξιωμένη και εγκαταλειμμένη παντού. Κι όμως, όπως ο μυθολογικός φοίνικας αναγεννιέται  το  1945, με την ένοπλη δύναμη των νικητριών δυνάμεων. 

Ο Oswald Spengler ( φωτό ἀριστερά ) και ο Carl Schmitt υπήρξαν μεταξύ των πιο αυστηρών κριτικών της. Για τον Spengler, η δημοκρατία είναι εκείνο το πολιτικό σύστημα που εδραιώνεται όταν η μάζα, κατευθυνόμενη από τα μέσα πληροφόρησης, καταλήγει να πιστέψει εκείνο που την έκαναν να πιστέψει, και περνά αυτή την  χειραγώγηση ως άσκηση της ελεύθερης βούληση της. Η κριτική του Spengler αφορά την ίδια την ουσία της δημοκρατίας που, στην εποχή της τηλεόρασης, φαίνεται ακόμη πιο δικαιολογημένη από όσο ήταν στην εποχή των εφημερίδων. Σήμερα, ο έλεγχος της λεγόμενης κοινής γνώμης είναι ακόμη πιο διαδεδομένος και συστηματικός.  

Από την άλλη πλευρά, η κριτική του Carl Schmitt εστιάζεται σε ένα διαφορετικό ζήτημα, στο γεγονός πως η δημοκρατία καταλήγει (χάρη του διαχωρισμού των εξουσιών και της δύναμης των οργανωμένων ομάδων επιρροής, που χρηματοδοτούν τα πολιτικά κόμματα), στην πρακτική του κοινοβουλευτισμού, που είναι, κάτι τελείως διαφορετικό από εκείνη της πρακτικής της λαϊκής κυριαρχίας, που εξασκείται χωρίς  διαμεσολαβητικά σώματα. Για τον Schmitt, το θεμελιώδες ζήτημα της δημοκρατίας δεν είναι ο έλεγχος της δημόσιας γνώμης αλλά η δημοσιότητα της γνώμης, που, στο κοινοβουλευτικό καθεστώς, καταλήγει αναπόφευκτα να διαγραφεί από τους πλάγιους ελιγμούς των κομμάτων, αληθινά κέντρα εξουσίας. Έτσι, το αντίθετο της δημοκρατίας δεν είναι η δικτατορία, η οποία αντιτάσσεται στον διαχωρισμό των εξουσιών, αλλά, ακριβώς, το σύστημα που είναι βασισμένο πάνω στον διαχωρισμό των εξουσιών, δηλαδή ο  κοινοβουλευτισμός φιλελεύθερης μήτρας.

Με άλλα λόγια, στο κοινοβουλευτικό καθεστώς, το βασικό στοιχείο είναι τα κόμματα, τα οποία αποτελούν την έκφραση των ομάδων που έχουν πραγματική δύναμη, τόσο οικονομικής φύσης όσο και πολιτικής και που δεν ενδιαφέρονται για το κοινό καλό, αλλά για το δικό τους συμφέρον. Τα όσα πράττουν έχουν αποκλειστικά ως απώτερο σκοπό να διατηρήσουν τον έλεγχο των δημοσίων πραγμάτων. Αυτά (δηλ. τα κόμματα) δεν ενδιαφέρονται να κυβερνήσουν με την πρέπουσα έννοια του όρου, αλλά να κατευθύνουν τους κρατικούς πόρους στην πιο συμφέρουσα γι’ αυτά κατεύθυνση.  ( Σημείωσις Πελασγικῆς : Ἀκριβῶς ὄπως τ᾿ὁμολογοῦσε ὁ Ἀνδρέας Παπανδρέου : « Σκοπός μας δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ κατάκτησις τῆς ἐξουσίας, ἀλλά ἡ δημιουργία τῶν μηχανισμῶν ἐκείνων πού θά μᾶς κρατήσουν γιά πάντα σ᾿αὐτήν [τήν ἐξουσία] Κατά τ᾿ἄλλα πλασσαριζόταν ὡς ...σοσιαλιστής ! Καί ποιός θά τό καταλάβαινε ; Τά ἐν Ἑλλάδι « καγκουρώ», ὅπως χαρακτήριζε τούς Ἕλληνες ;  ) 


Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το κοινοβούλιο δεν είναι, και δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει, μία σχολή πολιτικής εκπαίδευσης. Κανένας αληθινός πολιτικός δεν βγαίνει από το κοινοβούλιο, διότι τα μέλη του κοινοβουλίου δεν έχουν ως στόχο την πολιτική δράση, αλλά την τέχνη να κατακτούν και να διατηρούν τις πολυθρόνες τους. Μέσω αυτών των τελευταίων κατευθύνουν την κρατική μηχανή και εμποδίζουν τους αντιπάλους τους να τις καταλάβουν (τις πολυθρόνες). 

Επομένως, η αληθινή διαφορά μεταξύ κοινοβουλευτισμού και δημοκρατίας, είναι η έννοια του διαχωρισμού των εξουσιών. Σύμφωνα με τη φιλελεύθερη ιδεολογία, από την οποία πηγάζει ο κοινοβουλευτισμός, η νομοθετική εξουσία, η εκτελεστική και η δικαστική πρέπει να ισορροπούν αλλά να παραμένουν αυτόνομες η μία εν σχέση με την άλλη, διότι πάνω σε αυτό θεμελιώνεται η ελεύθερη άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, απαραίτητη προϋπόθεση της 'ελευθερίας' της κυβέρνησης. 

Αντίθετα, σύμφωνα με τη δημοκρατία, δεδομένου ότι δεν υπάρχει μία πραγματική διάκριση μεταξύ κυβερνόντων και κυβερνώμενων, αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι αναγκαίος, μάλιστα είναι καλό να απορροφηθεί από μία ανώτερη αρχή: την άμεση άσκηση της κυριαρχίας από μέρος του λαού. 

Στην πρακτική των φιλελεύθερων δημοκρατικών συστημάτων, που ξεπήδησαν από την κατάληξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και της Συνθήκης των Βερσαλλιών, φάνηκε ότι οι δύο αντιλήψεις, εκείνη βασισμένη πάνω στον διαχωρισμό και εκείνη βασισμένη πάνω στην συγχώνευση των εξουσιών, θα μπορούσαν να συνυπάρξουν και μάλιστα να αλληλοδιεισδυθούν. Αντίθετα-και εδώ βρίσκεται η  πρωτοτυπία της ανάλυσης του Schmitt– αυτές είναι τόσο διαφορετικές, για να μην πούμε αντίθετες, που είναι πιο εύκολο να φανταστούμε μία γειτνίαση και ίσως μία συνέχεια, μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας. Ο λόγος για αυτό είναι η  κοινή αρχή έμπνευσης, δηλαδή η ταυτότητα μεταξύ κυβερνόντων και κυβερνωμένων και η κοινή αντίθεση στο διαχωρισμό των εξουσιών, πάνω στον οποίο βασίζεται το κοινοβουλευτικό σύστημα.  

φωτό
Πράγματι, ο κοινοβουλευτισμός, έχει ανάγκη το διαχωρισμό των εξουσιών για να μπορεί να ακολουθεί τον αληθινό σκοπό του, που είναι η άσκηση της εξουσίας για λογαριασμό δυνάμεων ξένων προς το ίδιο το κοινοβούλιο, το οποίο και χρησιμοποιούν ως εργαλείο για να επιτύχουν τους δικούς τους στόχους. 
Οι δικτατορίες που  προέκυψαν κατά τον 20ο αιώνα (δηλαδή ο φασισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός) ως απάντηση στα δεινά του κοινοβουλευτισμού, είναι, στην ουσία τους, κατευθυνόμενες ενάντια στον φιλελευθερισμό και όχι εναντίον της δημοκρατίας αυτής καθαυτής. Ο Schmitt έφθασε έτσι στο, φαινομενικά παράδοξο, συμπέρασμα ότι δημοκρατία και δικτατορία δεν είναι η μία το αντίθετο  της  άλλης αλλά  και  οι δύο είναι το αντίθετο του φιλελευθερισμού, δηλαδή του κοινοβουλευτικού συστήματος. Δεν εκπλήσσει λοιπόν, η ουσιαστικά ευνοϊκή στάση προς την δικτατορία που προσλαμβάνει  ο  Carl Schmitt, φυσικά στην φασιστική εκδοχή της

Το πρόβλημα, για το μοντέλο της άμεσης δημοκρατίας τύπου Rousseau, είναι ότι είναι πρακτικά ανεφάρμοστο σε επίπεδο μεγάλων εθνικών κρατών και ενδεχομένως κατάλληλο μόνο για τις αρχαίες πόλεις-κράτη  ή τις αναγεννησιακές κοινότητες. Για ένα μεγάλο κράτος, η δημοκρατία,νοούμενη ως άμεση άσκηση της λαϊκής  βούλησης πάνω από κάθε ιδιοτέλεια και ατομικό εγωισμό, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε δικτατορικές μορφές κυβέρνησης. Σε αυτές, αποσυναρμολογούνται οι μηχανισμοί του δημαγωγικού κοινοβουλευτισμού, καταργείται ο διαχωρισμός των εξουσιών και τίθενται εκτός  παιχνιδιού οι ομάδες εκείνων των συμφερόντων που είναι ξένες προς την προοπτική του κοινού καλού. 

Η διεισδυτική ανάλυση του Carl Schmitt  μας παρέχει τα εργαλεία όχι μόνον για να κατανοήσουμε καλύτερα φαινόμενα του παρελθόντος όπως ο φασισμός, αλλά και την παρούσα πραγματικότητα και, ειδικά, την όλο και πιο έντονη τάση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας να γίνει ‘ολοκληρωτική’, δηλαδή να επιβάλλει τη δική της ‘μοναδική σκέψη’ τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό του κράτους.

Εκείνο που συνέβη, πρακτικά, μετά το 1945, και ακόμη περισσότερο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ήταν μία διαδικασία προσαρμογής των κοινοβουλευτικών συστημάτων στις νέες προκλήσεις της ύστερης νεωτερικότητας: διεκδικώντας για τον εαυτό τους και μόνον για τον εαυτό τους, τη δημοκρατική σφραγίδα ενώ την αρνούνταν με ριζικό τρόπο στις δικτατορίες. Κατά συνέπεια, ο κοινοβουλευτισμός αυτοπροσδιορίστηκε ως το μόνο νομιμοποιημένο πολιτικό σύστημα να αντιπροσωπεύσει τα  αυθεντικά αιτήματα της λαϊκής κυριαρχίας. Πρακτικά, ο κοινοβουλευτισμός, χωρίς να χάνει καθόλου το ουσιαστικό χαρακτηριστικό του, δηλαδή της ‘κάλυψης’ των ιδιοτελών συμφερόντων, εξωκοινοβουλευτικών, ειδικά του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της βιομηχανίας, πιέστηκε να κάνει δικά του και τα χαρακτηριστικά του ηττημένου εχθρού (δηλ. των δικτατοριών). Κατά αυτό τον τρόπο, αντιστάθμισε τις χρόνιες αδυναμίες του όπως την χαρακτηριστική αναποφασιστικότητα του και την έλλειψη πυγμής, με μία ισχυρή ώθηση προ την απόλυτη δράση, η οποία είναι ‘ολοκληρωτική’ στη φύση της) παρουσιάζοντας την ως τη μόνη πολιτική δράση ικανή να ερμηνεύσει αληθινά τη γενική θέληση, και άρα την ιδέα του γενικού συμφέροντος.

Σημειώσεις του μεταφραστή:


 Tο θέμα της δημοκρατίας, είτε άμεσης είτε κοινοβουλευτικής είναι παράδοξο ακόμη και να συζητείται, για τέσσερεις βασικούς λόγους:

Α) Φθάνει κάποιος να κάνει μια βόλτα στην αγορά ή σε μια πλατεία και να αφουγκραστεί ποια θέματα απασχολούν το μέσο καθημερινό άνθρωπο, καθώς και ποια είναι η κατάρτισή του πάνω στα σοβαρά φιλοσοφικά, κοινωνικά και πολιτικά θέματα…. Ο μέσος πολίτης δεν μπορεί να αποφασίσει σωστά ούτε για το σπίτι του, πόσο μάλλον για το έθνος. Πάντα έτσι ήταν και έτσι θα είναι στους αιώνες. 

Β) Ο πολίτης τη στιγμή που ψηφίζει ιδιωτεύει: σκέφτεται, πρωτίστως, τι θα είναι καλό για τον ίδιο.

Γ) Και μόνον το γεγονός ότι όλο το καπιταλιστικό, μασονικό και αριστερό σύστημα, έχει ως απόλυτο δόγμα τη δημοκρατία, φθάνει για να καταλάβουμε ποιους και τι εξυπηρετεί.
 
Δ) Τέλος, το σύστημα αυτό μπορεί να έχει ανεξέλεγκτες συνέπειες, λόγω της εκλογικής διαδικασίας.  Οι ‘δημοκράτες’,  λένε ότι ο Χίτλερ  ήταν το κακό ενσαρκωμένο. Ωραία ας συμφωνήσουμε, αλλά ας θέσουμε και μια ουσιώδη ερώτηση: πως εισήλθε στο γερμανικό  κοινοβούλιο;  Με εκλογές!  Άρα θα ακουγόταν περίεργο αν κάποιος υποστήριζε πως ήταν η δημοκρατία που έφερε το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και όλα τα σχετικά δεινά;

Αλλά ας έρθουμε στα δικά μας. Τα πολλά γέλια με τους ‘δημοκράτες’ στην Ελλάδα, θα τα κάναμε εάν έβγαινε πρώτο κόμμα στις εκλογές η Χρυσή Αυγή, με πλήρως δημοκρατικές διαδικασίες; Και όταν άρχισε να διαφαίνεται πως αυτή η πιθανότητα δεν ήταν καθόλου μικρή, θυμάστε τι συνέβη; Ένα κεκαλυμμένο πραξικόπημα: έστειλαν τη Χρυσή Αυγή στον εισαγγελέα. Η δημοκρατία λοιπόν έκανε μία μικρή ...δικτατορική επιδιόρθωση…

ἀπό ἐδῶ

Εν κατακλείδι, σε κάθε χώρα το (ανθρωπίνως) ορθό σύστημα κυβέρνησης μπορεί να υπάρξει και είναι απλό: Ένας πολιτικός ηγέτης και μία πολιτική ηγεσία, η οποία θα βγαίνει μέσα από ειδικές σχολές, σώματα και πανεπιστήμια πχ. κάτι παρόμοιο με το σώμα των διπλωματών ή το δικαστικό σώμα. Αυτή η ηγεσία θα συνεπικουρείται και θα συναποφασίζει με την ηγεσία του στρατού (την οποία ηγεσία, θα εκλέγει ο ίδιος ο στρατός) και την ηγεσία της  Εκκλησίας. Οι δε επαγγελματικές  τάξεις θα  εκπροσωπούνται  από  αντιπροσώπους οι οποίοι θα έχουν μόνον το δικαίωμα της έκθεσης απόψεων. Το σύστημα αυτό  είναι ο συνδυασμός τριών Αρχετύπων:

Α) Του αρχετύπου της πολιτικής τέχνης (πολιτική ηγεσία).
Β) Του αρχετύπου της ισχύος και της άμυνας (στρατός).
Γ) Του αρχετύπου της πνευματικής-εσχατολογικής παράδοσης ενός έθνους (η εκκλησία).

Αυτό  λοιπόν θα ήταν το μόνο λογικό, ανθρωπολογικώς ορθό και δυνατό στην εφαρμογή του σύστημα για τη διακυβέρνηση μιας χώρας

Φυσικά, ένα τέτοιο σύστημα διακυβέρνησης, θα μπορεί να λειτουργήσει εντός ενός πλαισίου προστατευμένου από την προπαγάνδα και τον προσηλυτισμό του προοδευτισμού και της αριστεράς. Αυτός ο προσηλυτισμός δεν θα μπορεί να είναι επιτρεπτός, όπως άλλωστε δεν είναι και ο χιλιαστικός-ιαχωβαϊκός προσηλυτισμός (άλλωστε,οι ρίζες της αριστεράς και  του χιλιασμού δεν διαφέρουν και ιδιαίτερα.).

Όσον αφορά την οικονομία, θα εφαρμοστεί  εκείνο το σύστημα που οι ειδικοί, με βάση την εμπειρία  του  παρελθόντος και τη γνώση της ανθρώπινης φύσης, θα επιλέξουν ως το πιο ικανοποιητικό. Όχι το ‘τέλειο’, όχι το  ‘ιδανικό’, αλλά το πιο (δικαίως) εφαρμόσιμο

Θα μου πείτε, αυτά είναι ‘όνειρα θερινής νυκτός’! Μπορεί… αλλά να μην ξεχνάμε ότι εάν κάποιος το 1980 έλεγε ότι το Σοβιετικό σύστημα θα αφανιστεί, όλοι θα τον περνούσαν για τρελό. Καμιά φορά οι όροι αντιστρέφονται: το όνειρο γίνεται πραγματικότητα και η πραγματικότητα όνειρο.



Ἡ Πελασγική

Τρίτη 4 Απριλίου 2023

Ἡ Κεντρική Εὐρώπη κι᾿ἡ Ἀνατολή. Γερμανοί στοχαστές μπροστά στό ῤωσσικό ζήτημα


(ἀριστερά φωτό. Τσάρος Νικόλαος Β΄καί Κάϊζερ Γουλιέλμος Β΄ )

Άρθρο του Alfonso Piscitelli. ( πηγή : Centro Studi La Runa )                           

Μετάφραση-επιμέλεια: Ιωάννης Αυξεντίου

Οι Γερμανοί και οι Ρώσοι είναι οι δύο μεγάλοι λαοί της Ηπειρωτικής Ευρώπης, που κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα συγκρούστηκαν όχι μία, αλλά δύο φορές, με αιματηρούς πολέμους  που υπονόμευσαν την ισορροπία της Γηραιάς Ηπείρου

Μία αδυσώπητη  μοίρα  εχθρότητας χωρίζει λοιπόν την Γερμανία και την Ρωσία; Η πρόσφατη ιστορία μας φανερώνει τις ενδείξεις πιθανών εναλλακτικών διαδρομών: στην αρχή του 19ου αιώνα, η πρόταση του Κάιζερ Γουλιέλμου Β’ για μία μεγάλη κοινή αγορά μεταξύ των εθνών της Τριπλής Συμμαχίας και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας• μετά, προς το τέλος της δεκαετίας του ΄30 το Σύμφωνο Molotov-Ribbentrop• στη δεκαετία του πενήντα η  πρόταση του Στάλιν να χορηγήσει στην Γερμανία τις ανατολικές περιοχές της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με αντάλλαγμα την ουδετερότητα

Στον 21ο αιώνα, έχοντας αρχειοθετηθεί η εποχή των μεγάλων ιδεολογικών συγκρούσεων, του ναζισμού και του κομμουνισμού, ο διάλογος μεταξύ των δύο μεγάλων εδαφικών οντοτήτων της ευρωπαϊκής Ηπείρου,  μπορεί να ξαναρχίσει πιο  ήρεμα και πιο αποδοτικά. Είναι χρήσιμο, γι αυτόν τον σκοπό, να θυμίσουμε τους μεγάλους Γερμανούς διανοητές που-υπερνικώντας ένα διαδεδομένο εθνικισμό που οδηγούσε στο να θεωρούνται οι σλάβοι ως ''κατώτεροι''-είχαν συλλάβει την ιδέα μιας  ενσωμάτωσης μεταξύ της Κεντρικής Ευρώπης και της Ρωσίας, και πιο γενικά είχαν αναπτύξει μία φιλοσοφία της ιστορίας σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη των ευρωπαϊκών λαών μετά την εξάντληση της ατλαντικής-δυτικής φάσης στόχευε αποφασιστικά προς την Ανατολή.  

Οswald Spengler
Στο αριστούργημα του, Η παρακμή της Δύσης, ο Spengler αντιλαμβανόταν τους πολιτισμούς ως μεγάλους πνευματικούς οργανισμούς. Αυτοί γεννιούνται, ανθίζουν, καρποφορούν και στο τέλος παρακμάζουν, αφήνοντας ο καθένας από αυτούς το ιδιαίτερο αποτύπωμα του. Στην χρυσή περίοδο του πολιτισμού εμφανίζονται οι δημιουργικές δυνάμεις, στην δεύτερη φάση παρουσιάζεται ένα είδος εξωτερικού πολλαπλασιασμού των ενεργειών και μία τάση προς την ορθολογικοποίηση, που  αποτελούν το προοίμιο της παρακμής. Ωστόσο η δύση ενός πολισμού συμπίπτει με την ανατολή ενός άλλου που εκφράζει τη ψυχή του σε ένα διαφορετικό ''γεωγραφικό τοπίο.''  

H ψυχή του Αιγυπτιακού πολιτισμού προβαλλόταν στην μελλοντική ζωή, στο υπέρ-πέραν. Μέγιστη ήταν η ανησυχία για την διατήρηση του ατομικού είναι από την παροδικότητα της παρούσας ζωής. Ο Σουμεριακός πολιτισμός υπήρξε εκείνος που ανέπτυξε μία επιστήμη του μέτρου, του αριθμού, του υπολογισμού, στενά συνδεδεμένη με την παρατήρηση των άστρων.

Πιο μακριά, στην Ανατολή, η Ινδική ψυχή αποξενωνόταν από την ιστορία και βυθιζόταν σε ένα άχρονο Νιρβάνα. Αντίθετα, ο Κινεζικός πολιτισμός έψαχνε την ισορροπία του στην αρμονική φροντίδα του περιβάλλοντος που φανερώνεται στο συλλεκτικό πάθος.

Ο Περσικός πολιτισμός με τον Ζαρατούστρα, επεξεργάζεται τις έννοιες της δημιουργίας, αγωνίζεται μεταξύ του φωτός και του σκότους περιμένοντας έναν σωτήρα και μία τελική κρίση.

Με μεγαλύτερες λεπτομέρειες, ο Spengler εστιάζεται πάνω στον αρχαίο κλασσικό πολιτισμό, Ελληνικό και Ρωμαϊκό, που αυτός ορίζει ως ''Απολλώνιο'', όλος επικεντρωμένος πάνω στην έννοια της Μορφής: τέλεια αναλογία και αρμονία των μερών. Αυτό το ιδανικό χαρακτηρίζει την γλυπτική, αλλά και την Ηθική, την επιστήμη και την αντίληψη της ψυχής έτσι όπως μπορούμε να την βρούμε στον Πλάτωνα.

Με την δύση του αρχαίου κόσμου ακολουθεί μία νέα περίοδος που σημαδεύεται από την πορεία των Γερμανικών φυλών: γεννιέται ένας νέος πολιτισμός που ο Spengler ονομάζει ''Φαουστικό'' και χαρακτηρίζεται από μία αγωνία για το ''άπειρο'', που εκδηλώνεται στην κατακόρυφη προβολή των γοτθικών καθεδρικών ναών, στην συνέχεια, στις μεγάλες εξερευνήσεις, και ακόμη και σήμερα στην συνεχιζόμενη επιδίωξη της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου, στην  μαγεία των «ρεκόρ» του αθλητισμού. Αλλά αυτός ο πολιτισμός εισήλθε πλέον στην προχωρημένη φάση του: το πέρασμα του κέντρου βαρύτητας της ισχύος στους πρώην αγγλόφωνους εποίκους της Αμερικής το μαρτυρεί. Από εδώ ο υποβλητικός τίτλος του έργου Η παρακμή της Δύσης.

Ο Spengler προβλέπει την έλευση ενός νέου Ρωσικού πολιτισμού. Αυτός θα έχει πιο ανατολικά χαρακτηριστικά, θα εκφράζει ξανά μία μαγικό-θρησκευτική τάση (σε αντίθεση με τον δυτικό υλισμό) και θα πάρει κάποια από τα χαρακτηριστικά του πρώτου χριστιανισμού. Ήδη σήμερα μπορούμε να δούμε τα αρχιτεκτονικά σύμβολα αυτής της Ρωσικής πνευματικότητας: Οι Ορθόδοξες εκκλησίες ή το φρούριο του Κρεμλίνου με τους ανατολίτικους τρούλους τους. Στον Ρωσικό πολιτισμό το ''εμείς'' θα υπερισχύσει πάνω στον ατομικισμό.

Η ρωσική ψυχή θα βρει το προσωπικό της τοπίο  στην απέραντη πεδιάδα , που χαρακτηρίζει την τεράστια έκταση της ευρώ-ρωσικής-σιβηρικής γης. Ο Spengler έγραφε το έργο του προς το τέλος του Α΄ παγκοσμίου Πολέμου, όταν στην Ρωσία εδραιωνόταν μία υλιστική ιδεολογία επεξεργασμένη από έναν δικηγόρο διανοητικά αγγλόφιλο. Σήμερα που αυτή η ιδεολογία φαίνεται απομακρυσμένη και αρχειοθετημένη, κατά μείζονα λόγο η διαίσθηση του Spengler φανερώνει όλη την ισχύ της.      

Moeller van den Bruck 
Μεταξύ των διανοούμενων που την επαύριον του Α΄ παγκοσμίου πολέμου διαμαρτυρηθήκαν εναντίον της ''τιμωρητικής ειρήνης'' που επέβαλε η Συνθήκη των Βερσαλλιών, ο  Arthur Moeller van den Bruck υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς. Ο Moeller γεννήθηκε Πρώσος. Και τα μαύρα θηρία ήταν γι’ αυτόν οι Βερσαλλίες και η Βαϊμάρη: η αναμφισβήτητα άδικη ειρήνη (σύμφωνα με τον ίδιο τον Keynes), που υπογράφηκε στις Βερσαλλίες, και το ασταθές καθεστώς που ποτέ δεν ήταν σε θέση να δώσει την πολιτική σταθερότητα στη Γερμανία, που γεννήθηκε στη Βαϊμάρη. Με την Βαϊμάρη η Γερμανία προσπάθησε να πιθηκίσει τις δυτικές φιλελεύθερο-δημοκρατίες. Αλλά για τον Moeller van den Bruck η αποστολή της Γερμανίας ήταν εκείνη να είναι η ''Μέση Γη'' μεταξύ των δυτικών δημοκρατιών και της Ρωσίας. Το μεγάλο τεχνολογικό ταλέντο της Γερμανίας θα έπρεπε να συγκολληθεί με τον Ρωσικό πολιτισμικό χώρο δημιουργώντας ένα μεγάλο εδαφικό μπλοκ , σταθερό και απόρθητο

Ο Moeller ήταν μαθητής του Dostoevskij και συμμεριζόταν όλες τις αντιρρήσεις του μεγάλου ρώσου συγγραφέα για τον παρακμιακό δυτικό πολιτισμό. Αυτός ήταν αντι-Μαρξιστής, αλλά όχι αντι-μπολσεβίκος, γι’αυτό ακόμη και μετά την παγίωση του μπολσεβικικού καθεστώτος, ήλπιζε σε μία διπλωματική συμμαχία μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης,  για να ανατρέψει τα άδικα αποτελέσματα των συνθηκών του Παρισιού.

Για τον Moeller ο Πρωσισμός  αντιπροσώπευε την γέφυρα μεταξύ της Γερμανίας και της Ρωσίας. Να είσαι Πρώσος δεν ήταν ένα απλό νατουραλιστικό δεδομένο. Οι Πρώσοι ήταν ο καρπός μιας ιστορίας και μιας διαρκούς θέλησης στους αιώνες,  από το Τευτονικό Τάγμα πρώτα, από την δυναστεία  των  Hohenzollern μετά. Σαν λαός οι Πρώσοι ήταν ο καρπός μιας ανάμειξης: μεταξύ Γερμανών και Σλάβων, γι΄αυτό ο Πρωσισμός αντιπροσώπευε το συνδετικό στοιχείο μεταξύ της Κεντρικής Ευρώπης και της Ανατολής. Ωστόσο όλη η ιστορία στόχευε στην Ανατολή. 

Η αρχαία ιστορία είχε το κέντρο βάρους της στον μεσογειακό κόσμο. Στην χαραυγή της σύγχρονης εποχής το κέντρο βάρους είχε μετατοπιστεί στον Ατλαντικό . Όμως τώρα η κατεύθυνση της ανάπτυξης του ευρωπαϊκού πολιτισμού οδηγούσε στην Ανατολή.


  Εάν η Γερμανία δεν άδραχνε αυτό το στοιχείο ανάπτυξης, ήταν καταδικασμένη να προσδεθεί στην παρακμιακή κουλτούρα των Άγγλο-Αμερικάνων και των Γάλλων. Αυτός φανταζόταν ένα είδος ιστορικού ρεύματος που στην αρχαία εποχή διέσχιζε την Μεσόγειο, που στην αυγή της σύγχρονης εποχής ξεπερνούσε τις Ηράκλειες στήλες και προωθούνταν προς τον ατλαντικό και τον νέο αμερικανικό κόσμο, και τώρα με μία εντυπωσιακή επαναρροή  επέστρεφε προς την Ανατολή.

 “Αυτή η Ανατολή-έγραφε ο  Moeller –  κατέχει σε αποθεματικό ένα σημαντικό μέρος της μελλοντικής ιστορίας της ανθρωπότητας: και εμείς που κατά το ήμισυ ανήκουμε στην ανατολή ή τουλάχιστον με αυτήν συνορεύουμε, πρέπει να συμμετάσχουμε στην ζωή της εάν θέλουμε να συμμετάσχουμε στο μέλλον.”

Στις αρχές της δεκαετίας του ’20 ο πολιτικός και διανοητικός κύκλος του Moeller  προσκάλεσε τον Χίτλερ. Ο μελλοντικός Φύρερ είχε εμπρός του λίγα καθισμένα άτομα και παρόλα αυτά, έβγαλε έναν λόγο σαν να μιλούσε σε χιλιάδες οπαδούς. Στον Moller δεν έκανε μία καλή εντύπωση. Ωστόσο δεν πρόλαβε να δει την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού, από την στιγμή που έθεσε τέλος στην ζωή του με τραγικό τρόπο το 1925. 

Ο Moeller υπήρξε ένας Πρώσος σοσιαλιστής. Πίστευε σε έναν μη Μαρξιστικό σοσιαλισμό. Και ήλπιζε ότι η Ρωσία θα απελευθερωθεί από την ωφελιμιστική θεωρία του Μαρξ. Σήμερα που ο Μαρξισμός έχει αρχειοθετηθεί, η γεωπολιτική προοπτική του Moeller – η ενσωμάτωση μεταξύ Κεντρικής Ευρώπης και Ρωσίας  –  αποκτά ξανά όλη την εξαιρετική της  επικαιρότητα.

Karl Haushofer
Ο Haushofer υπήρξε ένας από του κύριους ερμηνευτές της γεωπολιτικής μεταξύ του πρώτου και δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.Γι’αυτόν, η γεωπολιτική ήταν η ''γεωγραφική συνείδηση'' μιας χώρας. Ο Haushofer ήλπιζε κατ’αρχάς σε μία πανγερμανική λύση: την ένωση όλων των λαών με Γερμανική γλώσσα και κουλτούρα σε ένα κράτος• κατά δεύτερο , μία οξυδερκή επιλογή των συμμαχιών, για να αποφευχθεί το καταστρεπτικό λάθος του 1914: ο πόλεμος σε δύο μέτωπα. Για τον Haushofer οι φυσικοί σύμμαχοι ήταν η Ιαπωνία και η Σοβιετική Ένωση που καταλάμβανε το τεράστιο ευρώ-ασιατικό  έδαφος, που ο Mackinder αποκαλούσε  Heartland ( η  καρδιά  της  γης !).

Βέβαια έναντι της Σοβιετικής Ένωσης ο Haushofer αμφιταλαντευόταν : σε κάποιες στιγμές η Σ. Ε του φαινόταν μία απειλή που έπρεπε να εξαλειφθεί και να συντριβεί, σε άλλες στιγμές αναγνώριζε ευχαρίστως στην Σ.Ε το δικαίωμα να επεκταθεί προς τον Νότο, επεκτείνοντας την επιρροή της στην Ινδία(που τότε ήταν υπό αγγλική κατοχή).

Σε κάθε περίπτωση ο οξυδερκής γεωπολιτικός ήθελε να αποφύγει τα λάθη του 1914,  και έτσι το 1941 πρότεινε μία μεγάλη συμμαχία μεταξύ Γερμανίας- Σ.Ε -Ιαπωνίαςμια στιγμή πριν ο Χίτλερ να εξαπολύσει την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης,   κατασπαταλώντας έτσι τις ενέργειες της Βέρμαχτ σε ένα πόλεμο αυτοκτονίας σε δύο μέτωπα. Οι Ναζιστές άφησαν  ένα βάναυσο αποτύπωμα στην κατοχή στα ανατολικά. Θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ως απελευθερωτές • θα μπορούσαν να κάνουν τις καμπάνες των Ορθόδοξων εκκλησιών να ηχήσουν γιορτινά .Θα μπορούσαν να συστήσουν Εθνικά Κράτη στην βαλτική και στην Ουκρανία, να υποσχεθούν θρησκευτική ελευθερία στον κλήρο, να διαβεβαιώσουν τους σοσιαλιστές ότι οι ουσιώδεις κατακτήσεις της οκτωβριανής επανάστασης θα διασφαλίζονταν, να εξασφαλίσουν στους χωρικούς εκείνη την ελευθερία που  προσφέρει η κατοχή ενός κομματιού γης. Αντίθετα αυτοί υπήρξαν ανελέητοι στην Πολωνία  έτσι όπως και  στην Ρωσική  γη, αποδεικνύοντας πως η πολιτική και φυλετική προκατάληψη  του NSDAP, κατάφερε να ματαιώσει την προσπάθεια  της πιο εξαιρετικής πολεμικής μηχανής  που ποτέ δεν είχε εμφανιστεί  για αιώνες.

Την  επαύριον του Β’ παγκοσμίου πολέμου, ο Haushofer αυτοκτόνησε μαζί με την σύζυγο του. Ορισμένες Γερμανικές ψυχές, πολύ ευσυνείδητες, ρίχνουν επάνω τους ακόμη και τις αμαρτίες των άλλων,  ενώ  έδειξαν το σφάλμα  εκ των προτέρων…

Carl Schmitt
Ο Carl Schmitt στο τέλος της δεκαετίας του ’40 θεωρούσε την κομμουνιστική ιδεολογία σαν κάτι παροδικό. Το σοβιετικό πείραμα λοιπόν ήταν προορισμένο να τελειώσει.

 Περισσότερο από τον σοβιετισμό, ο Schmitt ανησυχούσε για την παγκοσμιοποίηση. Όπως ο Evola, ο Schmitt επισήμανε την ύπαρξη κοινών στοιχείων μεταξύ της ιδεολογίας του δυτικισμού και της Μαρξιστικής-σοβιετικής. Σήμερα ο ένας από τους δύο πόλους θρυμματίστηκε και η Ρωσία ξαναγεννήθηκε ελεύθερη από το φοβερό Μαρξιστικό πείραμα.

Στην παγκοσμιοποίηση ο Carl Schmitt αντιτάσσει τις εδαφικές ρίζες : την  αγάπη για την φύση, την γη και τους καρπούς της. Αυτή η αγάπη  του Schmitt ήταν το αποτέλεσμα της Χριστιανικής του πίστης. Ο Schmitt επαναλάμβανε στους ομοεθνείς του ότι το Jus Publicum Europaeum (Ευρωπαϊκό δημόσιο δίκαιο) όφειλε πολλά στην Ρώμη και τον Χριστιανισμό. Στις θαλάσσιες δυνάμεις (Αγγλία, Αμερική) αντέτασσε το ''Νόμο της Γης'' , δηλαδή το μέτρο, την πολιτική ισορροπία , τον  νόμο που θα έπρεπε να εμψυχώνει ένα μεγάλο εδαφικό μπλοκ.

Μετά την πτώση του σοβιετικού κομμουνισμού, αυτό το εδαφικό μπλοκ αρχίζει να διαφαίνεται ως μία συγκεκριμένη προοπτική, με την οικονομική, πολιτιστική-πνευματική και μετά πολιτική ενσωμάτωση  μεταξύ  Κεντρικής Ευρώπης  και  Ρωσίας.

ὁ τάφος τοῦ Carl Schmitt

Με αυτές τις αναφορές ολοκληρώνουμε την σύντομη επισκόπηση μας, πάνω στους τέσσαρις συγγραφείς που είναι τέσσαρις γίγαντες της ευρωπαϊκής σκέψης. Όλοι κατόρθωσαν να σκεφθούν εκείνη την θεμελιώδη γεωπολιτική ανάγκη της εποχής μας: την ενσωμάτωση της Κεντρικής Ευρώπης και της Ρωσίας, για να γλυτώσουμε την ήπειρο μας από την ασημαντότητα ή από την υποταγή σε ξένα συμφέροντα

Σημ. Μεταφ: Φυσικά, το σημερινό Ατλαντικό σύστημα ουδεμία επιθυμία έχει να εφαρμόσει αυτά που πρότειναν οι Γερμανοί στοχαστές. Πράττει ακριβώς το αντίθετο, προσπαθώντας να απομονώσει την Ρωσία και να την απομακρύνει από την Ευρώπη. Όμως ας μην ξεχνάμε την παροιμία: «Έχει ο καιρός γυρίσματα να πληρωθούν τα κρίματα»

Ἀπό : theodotus.blogspot.com


Ἡ Πελασγική

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2025

Ὁ Φιλελεύθερος Μαρξισμός καί τό «Τέλος τῆς Ἱστορίας του»


 Ο JR Sommer υποστηρίζει ότι ζούμε υπό το πρότυπο του φιλελεύθερου μαρξισμού, όπου όλα τα σύγχρονα πολιτικά κινήματα, είτε αριστερά είτε δεξιά, διαιωνίζουν παραπλανητικά την απανθρωποποίηση και την ψευδαίσθηση της αλλαγής, παραμελώντας παράλληλα τον αληθινό εσωστρεφή προσανατολισμό και τον πνευματικό σκοπό.

Γράφει ὁ JR Sommer

Τα τέλη του εικοστού αιώνα, κυριαρχούμενα από την αμερικανική ιδιαιτερότητα και ηγεμονία, παρήγαγαν το βιβλίο του Fukuyama « Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος» . Αυτό το βιβλίο, τόσο κοντά στα αμερικανικά πλαίσια και κάτι που θα μπορούσε να προέρχεται κατευθείαν από τους βάλτους του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων ή της Εταιρείας RAND , συνοψίζει την ουσία όχι μόνο της βαθιάς αμερικανικής αλαζονείας, αλλά και του φιλελεύθερου μαρξισμού γενικότερα.

Σε αυτό το βιβλίο, ο Fukuyama υποστηρίζει ότι η διαλεκτική πορεία της παγκόσμιας κοινωνίας, η οποία πλέον καθοδηγείται με ασφάλεια από τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχει τελειώσει: Όλα τα εναπομείναντα «ανελεύθερα» (δηλαδή, μη αμερικανοποιημένα ) εταιρικά κράτη σύντομα θα βρεθούν στην ανώτερη τροχιά μιας Pax Americana - μιας «ειρήνης», φυσικά, υποστηριζόμενης από το πλήρες βάρος του καλύτερα εξοπλισμένου στρατού που έχει δει ποτέ ο κόσμος. Ο αμερικανισμός πάντα κρύβει μια απειλή. Αλλά αυτό δεν είναι λειτουργία της Αμερικής - μάλλον, είναι μια λειτουργία του φιλελεύθερου μαρξισμού.

Για όσους δεν έχουν διαβάσει ακόμη το βιβλίο "Νέος Κολοσσός" , ο φιλελεύθερος μαρξισμός είναι το ιδεολογικό θεμέλιο ολόκληρου του κόσμου. Η φύση του φιλελεύθερου μαρξισμού είναι να περιβάλλει τα πάντα, να απορροφά τα πάντα σε μια τελική ηγεμονία — όχι μόνο για πολιτικό κέρδος, αλλά και για μεταφυσική καταστροφή. Το τελευταίο σημείο το αφήνω στους αναγνώστες του βιβλίου. Εν τω μεταξύ, ορίστε μια σύντομη επισκόπηση του φιλελεύθερου μαρξισμού:

Ο Φιλελεύθερος Μαρξισμός είναι ο καρπός του φιλελευθερισμού του Διαφωτισμού. Η φιλελεύθερη δημοκρατική παρόρμηση είναι ταυτόσημη με τη μαρξιστική: η ισότητα . Η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι ο κοσμικός Χριστιανισμός, όπως ακριβώς ο Μαρξισμός είναι ο κοσμικός Ιουδαϊσμός. Και ο καθένας, με τον οικείο και ιδιόμορφο τρόπο του, στοχεύει στην ανατροπή της παλιάς τάξης πραγμάτων. Εκεί που συναντιούνται αυτοί οι κοσμικοί φίλοι είναι στην κορυφή του φιλελευθερισμού, τον οποίο προσδιορίζουμε εδώ ως φιλελεύθερο Μαρξισμό - η επανεκτίμηση των αξιών , η ισοπέδωση αρχαίων εδαφών . Όλοι πρέπει να είναι ίσοι. Αν δεν είναι, η ισότητα πρέπει να επιβληθεί . Αυτός, παρεμπιπτόντως, είναι ο λόγος που βλέπουμε στις φιλελεύθερες δημοκρατίες τη μετατόπιση από τις «ίσες ευκαιρίες» στα «ίσα αποτελέσματα» - αυτή η μετατόπιση μόνο θα ενταθεί, με αποτέλεσμα μια πιο απροκάλυπτη... αυταρχική τυραννία. Θα είναι μια τυραννία του λαού που θα διαμορφωθεί από τους ιεράρχες της Πρωτοπορίας που θα κατέχουν όλη την εξουσία. Το γεγονός ότι οι μάζες - ο Άνθρωπος της Μάζας - δεν το βλέπουν αυτό είναι ίσως μόνο μια απόδειξη του ότι αξίζουν υποδούλωση....

Ο φιλελεύθερος μαρξισμός είναι η πίστη σε ένα λάθος: Είναι η πεποίθηση ότι η ισότητα ευκαιριών αναπόφευκτα θα γίνει ίσο αποτέλεσμα - και όταν αυτή η πεποίθηση δεν υλοποιηθεί, είναι στη συνέχεια η πεποίθηση ότι τα αποτελέσματα πρέπει να επιβληθούν εις βάρος μιας φυσικής ιεραρχίας. Με αυτόν τον τρόπο, η ελευθερία για όλους γίνεται ελευθερία για κανέναν: η ανατροπή της φυσικής διαδικασίας είναι η απανθρωποποίηση του ανθρώπου, και ένας άνθρωπος που έχει απανθρωποποιηθεί υποδουλώνεται. Αλλά αυτό ακριβώς είναι το νόημα του φιλελεύθερου μαρξισμού.1

Σημαντικό να σημειωθεί εδώ ο εγγενής αριστερός χαρακτήρας του φιλελεύθερου μαρξισμού (κάτι που έχει υποστηριχθεί εκτενώς στο The New Colossus ). εξίσου αξιοσημείωτη είναι η θέση μου ότι ολόκληρος ο κόσμος είναι φιλελεύθερος μαρξιστής. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις μεταξύ των εταιρικών κρατών. Ο «συντηρητισμός» που βλέπουμε περιστασιακά - ειδικά αυτός της πολεμοχαρούς και φαινομενικά ακμάζουσας ποικιλίας - είναι παρ' όλα αυτά φιλελεύθερος μαρξισμός, κάτι που είναι αντίθετο με τον συντηρητισμό. Είναι ένας συντηρητισμός που γεννήθηκε από τον φιλελεύθερο μαρξισμό που αποσκοπεί στην τυραννία και την ηγεμονία όλων και των πάντων.

Ο αληθινός συντηρητισμός, αν υπάρχει κάτι τέτοιο, μπορεί να έχει μόνο μια πνευματική (εσωτερική) βάση και ποτέ μια υλική (εξωτερική). Αυτός, παρεμπιπτόντως, είναι ο λόγος που ολόκληρος ο κόσμος είναι ένα φιλελεύθερο-μαρξιστικό τέλμα: η υλικότητα είναι πάντα ο μόνος στόχος. η πνευματικότητα, αν ληφθεί υπόψη καθόλου, είναι απλώς μια δεύτερη σκέψη που αποσκοπεί στον εμπλουτισμό της υλικής εμπειρίας (π.χ., βλέπε χριστιανικό εθνικισμό - μια έννοια που δεν διαφέρει σχεδόν καθόλου από τον υποτιθέμενο ιδεολογικό αντίπαλό της, τον κοσμικό ουμανισμό ).

Ο φιλελεύθερος-μαρξιστικός «συντηρητισμός», τόσο διάχυτος και φαινομενικά σημαντικός σήμερα, είναι απλώς ένα «κουτί άμμου» είναι ένα προστατευμένο, οριοθετημένο περιβάλλον όπου άτομα ή συστήματα μπορούν να πειραματιστούν, να εξερευνήσουν και να δημιουργήσουν χωρίς να προκαλέσουν ζημιά στον πραγματικό κόσμο ή σε ένα ευρύτερο σύστημα...)  για τις πολιορκημένες μάζες, ώστε να εκτονώσουν με ασφάλεια τις απογοητεύσεις τους με την πιο πρόσφατη ταλάντωση του φιλελεύθερου-μαρξιστικού εκκρεμούς. (Και οι περισσότεροι χαίρονται να φαντάζονται ότι το εκκρεμές δεν θα αντιστρέψει εκδικητικά την πορεία του.) Πάντα ενδιαφέρουσα και πάντα αγνοούμενη, ωστόσο, είναι η αδιάκοπη πορεία προς τη μαζική επιτήρηση και τον εξοπλισμό που επιδιώκει κάθε φατρία της φιλελεύθερης-μαρξιστικής πρωτοπορίας. Και εξίσου συναρπαστική για τους πολίτες του «κουτιού άμμου» είναι η ακαταμάχητα «ακλόνητη» υποστήριξη της πρωτοπορίας προς το Ισραήλ . Οι άσκοπες κριτικές δηλώσεις (αν υπάρχουν καθόλου) που προσφέρονται από τα προπύργια του φιλελευθερισμού σε όλο τον κόσμο είναι περισσότερα «κουτιά άμμου» - για να κρατήσουν μακριά το αδιάκριτο, δυσαρεστημένο προλεταριάτο. Καμία από τις δηλώσεις δεν συνδέεται με καμία ουσιαστική προσπάθεια που αποσκοπεί στην παρεμπόδιση της αδυσώπητης δράσης του Διαχρονικά Προστατευόμενου Κράτους.

Εδώ μπαίνει η Γαλβανισμένη Ομάδα * (είτε πρόκειται για Σιωνιστές, Αντιφασίστες, μέλη του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων, «νέους ψηφοφόρους», «boomers» κ.λπ.): χαρούμενα σκυλάκια που έχουν εκπαιδευτεί για να προστατεύουν τα συμφέροντα εχθρικών δυνάμεων, πολύ ικανοποιημένα στο να « κόβουν τους δεσμούς » με τους «πραγματικούς» κινδύνους που υπονομεύουν την κοινωνία. Αναμφίβολα, ο αριστερός προσανατολισμός είναι εχθρικός, παθολογικός και πρέπει να αντιμετωπίζεται (γιατί δεν εξαλείφει ακόμη και την πιθανότητα εσωστρέφειας). Δυστυχώς, το να βασιζόμαστε στον φιλελεύθερο μαρξισμό για να συγκρατηθεί είναι αποτυχημένο. Θύματα της φάρσας είναι τα παιδιά στο sandbox που έχουν μείνει να επιτίθενται το ένα στο άλλο2  για τα συμφέροντα κάποιου άλλου — ίσως των ηδονιστών γονέων που μεγαλώνουν τα παιδιά τους ώστε να είναι ακριβώς όπως αυτοί. Για να καταπολεμήσουμε την τάση της πέμπτης φάλαγγας, δεν είναι αστείο το πώς τα εταιρικά κράτη θεσπίζουν πάντα νόμους που μπορούν εύκολα να προσαρμοστούν στις ανάγκες οποιασδήποτε φιλελεύθερης-μαρξιστικής παράταξης τυχαίνει να βρίσκεται στην εξουσία; Δεν είναι αστείο το πώς μόνο το Κράτος γίνεται πιο δυνατό; Απλώς μην βάζετε σε πειρασμό τα σκυλάκια με αυτή τη σκέψη — αλλιώς θα αποκαλυφθούν τα δόντια. 

Βεβαίως, κάποιοι - ίσως πολλοί - ανάμεσα στους υπηρέτες θα διακηρύξουν σθεναρά την αυτονομία τους, ότι έχουν πλήρη επίγνωση των συνθηκών και περιμένουν χρόνο και καταπολεμούν την [εισαγωγή της αντιληπτής αδικίας εδώ] επειδή... επειδή θα είναι διαφορετικοί μόλις αναλάβουν την εξουσία. Φυσικά. Η υλικότητα επιδιώκει την υλικότητα - αυτή είναι η θέληση για μηχανή :

Η ασυνείδητη συνείδηση ​​είναι η θέληση-για-μηχανή που κινεί κάθε ύπαρξη και η παρόρμηση για υλική απόλαυση πίσω από την παγκοσμιοποίηση. Η απανθρωποποίηση του ανθρώπου στα χέρια της κοινωνικοπολιτικής προόδου και της τεχνολογικοποίησης είναι μια κοσμική αποσύνθεση της ύπαρξης για χάρη της άπειρης ύπαρξης. Η θέληση-για-μηχανή είναι μια θέλησηια-ασυλία , η οποία είναι η φυσική κατάσταση της ύπαρξης. Η καθαρή ύπαρξη είναι η ενσάρκωση του ζωντανού ασυνειδήτου - ενός άνευ ύπαρξης όντος που προκύπτει από τη συνεργασία μιας συνειδητής συνείδησης που εξαλείφει τον εαυτό της.

Ώ, αλλά όταν ο υπάλληλος αναλάβει την εξουσία, τα πράγματα θα είναι διαφορετικά . Θα επικεντρωθούμε επιτέλους στο να κάνουμε τη δικαιοσύνη ξανά σπουδαία. Αλλά αυτό είναι αδύνατο όταν κάποιος έχει ανατραφεί από ηδονιστές και δεν γνωρίζει τη ρίζα της δικής του θέσης. Τι να κάνει κανείς όταν η θέση του υπάρχει για να αυτοαποκλειστεί;3

( φωτό ἀριστερά : Ὁ Carl Schmitt το 1932

Το Foreign Affairs δημοσίευσε πρόσφατα ένα άρθρο (« Διαβάζοντας τον Schmitt στο Πεκίνο ») θρηνώντας σιωπηλά το γεγονός ότι το «τέλος της ιστορίας» του Fukuyama δεν ήρθε. Αντίθετα, ανέφερε ότι η εκτίμηση του Carl Schmitt ήταν πιο εύστοχη: Ο κυρίαρχος είναι ύψιστης σημασίας και όχι μια ψευδής γενναιοδωρία που τρομοκρατεί τον κόσμο.4 Ο συγγραφέας του άρθρου ερμηνεύει την υπεροχή του «κυρίαρχου» ως εξηγητική της ανόδου του «αυταρχισμού». Αλλά αυτό το άρθρο — όπως και το Foreign Affairs , όπως και ο φιλελεύθερος-μαρξιστικός κόσμος, γενικά — χάνει το νόημα: αποτυγχάνει να αξιολογήσει τον εαυτό του. Δηλαδή, δεν μπορούμε να περιμένουμε από τον φιλελεύθερο-μαρξισμό να αναγνωρίσει τον δικό του σκοπό.

Είτε εμείς —ως κράτη είτε ως άτομα που υπερασπίζονται κράτη— αγωνιζόμαστε για κοινωνική δικαιοσύνη ή ιεραρχική αξιοκρατία , διεθνισμό ή εθνικισμό , η εστίασή μας δεν είναι ποτέ στο θεμελιώδες πρόβλημα: τον εαυτό μας . Έχουμε εμμονές—και θέλουμε απεγνωσμένα το ίδιο και για τους άλλους — με έναν κυνηγημένο και κατασκευασμένο σκοπό. Ο σκοπός μας πρέπει στη συνέχεια να γίνει σκοπός κάποιου άλλου. Αυτό εννοούμε με το «τέλος της ιστορίας», ένα θεοκρατικό παγκόσμιο κράτος ή μια περιφερειακή ηγεμονία: όλα είναι επιδίωξη υλικής κυριαρχίας, μια αναζήτηση κάποιας νέας εξαιρετικότητας. Τίποτα από αυτά, ούτε για ένα δευτερόλεπτο, δεν ρίχνει μια στοχαστική ματιά στον εαυτό που επιδιώκει την επιβολή του δηλωμένου σκοπού του.

Πριν από την έλευση του τρομερού «αυταρχισμού», ποια θεϊκή ουτοπία βιώναμε; Το Foreign Affairs , μαζί με τόσα πολλά αριστερά μέσα ενημέρωσης, υποτίθεται ότι θα μας έκαναν να πιστέψουμε ότι ήταν κάτι σαν ένας εξαιρετικός παράδεισος. Πρέπει να τους πιστέψουμε λόγω της τρομερής αδυναμίας τους να δουν τον δικό τους αυταρχικό χαρακτήρα; Αυτή τη στιγμή - τώρα που «τα πράγματα έχουν αλλάξει» - η Κίνα διδάσκει στους μαθητές πώς να είναι πιο «αρρενωποί». Η Ρωσία κάνει το ίδιο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να συμμετέχουν στη μάχη με την εκκολαπτόμενη μάχη τους ενάντια σε όλα τα «αφυπνισμένα» και αδύναμα πράγματα. Αναμφίβολα, πολλά λιγότερο ισχυρά κράτη και μάζες περιπλανώμενων ψυχών θα ακολουθήσουν το παράδειγμά τους. Είναι καλό να εκτιμούμε τη Φύση και τη σχεδόν άπειρη ομορφιά και σοβαρότητά της. Είναι καλό να αναγνωρίζουμε και να σεβόμαστε τις αρχές της Φύσης. Είναι καλό να προσπαθούμε να καταστείλουμε το διεφθαρμένο και το αφύσικο.5 Αλλά για ποιο σκοπό; Κάνουμε τέτοια θετικά βήματα προς τα εμπρός μόνο και μόνο για να οπισθοδρομήσουμε σε ένα σημείο «τέλους της ιστορίας» από μια ακόμη διαβολική οπτική γωνία; Δυστυχώς, η απάντηση είναι και πάντα θα είναιναι

Ο λόγος γι' αυτό είναι η πλήρης παρανόηση του ανθρώπου για την ταυτότητά του και τον πραγματικό σκοπό του: Υπάρχει αποκλειστικά για ό,τι ακολουθεί. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει έτσι ώστε να μην ... Επιδιώκοντας αυτό που φαντάζεται ότι είναι ένα πραγματικό και ικανοποιητικό «τέλος» (εξωτερικά, υλικά), ο άνθρωπος τελικά τελειώνει τη δική του ιστορία (εσωτερικά, πνευματικά) — αυτό , επειδή δεν μπορεί παρά να σκεφτεί ότι η κυριαρχία της μιας πλευράς επί της άλλης ήταν πάντα ο σκοπός.

Ἀπό : arktosjournalcom

* Ο όρος «γαλβανισμένη ομάδα» αναφέρεται σε μια ομάδα ανθρώπων που έχουν υποκινηθεί ή παρακινηθεί να αναλάβουν δράση, συχνά σοκάροντάς τους, ενθουσιάζοντάς τους ή ενεργοποιώντας τους σχετικά με ένα συγκεκριμένο ζήτημα ή ιδέα. Ο όρος προέρχεται από τα πειράματα του Luigi Galvani με τον ηλεκτρισμό και χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει μια ξαφνική έκρηξη ενθουσιασμού ή κινήτρου μέσα σε μια ομάδα.


Ἡ Πελασγική

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Ἱστορικός Μηδενισμός

... Όταν ένας λαός δεν μπορεί πλέον να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως ιστορικό δρώντα, η συλλογική ταυτότητα χάνει τις συμβολικές της συντεταγμένεςΤο παρόν δεν βιώνεται ως στιγμή γίγνεσθαι αλλά ως μηδενικό σημείο. Το αποτέλεσμα δεν είναι χειραφέτηση αλλά αφαίρεση· μια ελευθερία χωρίς κόσμο, ένα υποκείμενο χωρίς κληρονομιά ...

Γράφει ὁ Santiago Mondéjar 

Ο ιστορικός μηδενισμός δεν ανάγεται ούτε σε μια σκεπτικιστική στάση απέναντι στις κληρονομημένες αφηγήσεις ούτε σε μια αναθεωρητική μεθοδολογία εσωτερική της ιστοριογραφίας. Πρέπει, αντίθετα, να κατανοηθεί ως οντολογική κρίση της ίδιας της πολιτικής χρονικότητας. Το διακύβευμα δεν είναι απλώς η ακρίβεια των αναπαραστάσεων του παρελθόντος, αλλά η ίδια η δυνατότητα της ιστορίας να λειτουργεί ως μεσολαβητικός ορίζοντας μεταξύ του συλλογικού είναι και της συλλογικής αυτοκατανόησης (Hegel, 1807/1977· Ricoeur, 2004).

Όταν αυτή η μεσολαβητική λειτουργία καταρρέει, ο χρόνος παύει να εμφανίζεται ως ορίζοντας γίγνεσθαι και θρυμματίζεται σε αποσυνδεδεμένα παρόντα. Το πολιτικό υποκείμενο δεν εντάσσεται πλέον σε μια συνέχεια νοήματος, αλλά έρχεται αντιμέτωπο με τον εαυτό του ως απόλυτη αρχή. Ο ιστορικός μηδενισμός μετασχηματίζει έτσι το παρελθόν από συστατική διάσταση του παρόντος σε ένα ανυπόφορο κατάλοιπο· ένα αρχείο ενοχής, σφάλματος ή βίας που πρέπει να ακυρωθεί αντί να ερμηνευθεί. Δεν αρνείται την ιστορία σε πραγματολογικό επίπεδο· την απο-οντολογικοποιεί. Ο χρόνος δεν είναι πλέον πεδίο μεσολάβησης αλλά τόπος διαγραφής.

Με όρους εγελιανούς, αυτό αντιστοιχεί στην κατάρρευση της αρνητικότητας ως Aufhebung, δηλαδή της υπέρβασης-άρσης μέσω της οποίας η άρνηση ταυτόχρονα καταργεί και διατηρεί ό,τι αρνείται (Hegel, 1821/1991). Η αρνητικότητα δεν είναι πλέον παραγωγική· δεν γεννά συμφιλίωση αλλά γίνεται απόλυτη. Παύει να λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη του γίγνεσθαι και μετατρέπεται σε αρχή αποσύνθεσης. Ο ιστορικός μηδενισμός δεν είναι απλώς κριτικός· είναι αντι-μορφικός. Είναι κριτική χωρίς κόσμο, άρνηση χωρίς συμφιλίωση.

Αυτή η οντολογική αποδιάρθρωση είναι αδιαχώριστη από μια κρίση πολιτικής υποκειμενικότητας. Όταν ένας λαός δεν μπορεί πλέον να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως ιστορικό δρώντα, η συλλογική ταυτότητα χάνει τις συμβολικές της συντεταγμένες. Το παρόν δεν βιώνεται ως στιγμή γίγνεσθαι αλλά ως μηδενικό σημείο. Το αποτέλεσμα δεν είναι χειραφέτηση αλλά αφαίρεση· μια ελευθερία χωρίς κόσμο, ένα υποκείμενο χωρίς κληρονομιά (Arendt, 1958).

Στη «Φιλοσοφία του Δικαίου», ο Hegel επιμένει ότι η ιστορία δεν είναι ακολουθία εμπειρικών γεγονότων, αλλά η διαδικασία μέσω της οποίας το Geistα ντικειμενοποιείται σε θεσμούς, πρακτικές και κοινές μορφές ζωής, αυτό που ονομάζει Sittlichkeit, δηλαδή ηθική ουσία (Hegel, 1821/1991). Η ιστορία, υπό αυτή την έννοια, δεν αποτελεί φόντο της πολιτικής· είναι το μέσο μέσω του οποίου η πολιτική ζωή αποκτά μορφή.

Το κράτος, επομένως, δεν είναι εξωτερικός μηχανισμός επιβεβλημένος σε ατομοποιημένα άτομα. Είναι η έμφυτη αποκρυστάλλωση μιας βιωμένης ηθικής ζωής που μεσολαβεί μεταξύ υποκειμενικότητας και καθολικότητας. Η νομιμοποίησή του δεν πηγάζει μόνο από τη διαδικαστική νομιμότητα, αλλά από την αναγνώριση ότι η παρούσα τάξη αποτελεί (πάντοτε πεπερασμένα και συγκρουσιακά) πραγμάτωση μιας ιστορικής λογικότητας (Habermas, 1976).

Η αναγνώριση αυτή δεν είναι ποτέ πλήρης. Η σύγκρουση είναι εγγενής στην ηθική ζωή. Ωστόσο, εντός ενός διαλεκτικού ορίζοντα, η σύγκρουση δεν είναι απλώς καταστροφική· αποτελεί το μέσο μέσω του οποίου καθίσταται δυνατή η συμφιλίωση. Η νομιμότητα μιας πολιτικής τάξης δεν έγκειται στην καθαρότητά της, αλλά στην ικανότητά της να μεταβολίζει τη δική της αρνητικότητα (Taylor, 1975).

Ο ιστορικός μηδενισμός διακόπτει αυτόν τον μεταβολισμό. Όταν το παρελθόν δεν αναγνωρίζεται πλέον ως αναγκαία στιγμή του γίγνεσθαι, η αρνητικότητα παύει να είναι παραγωγική. Το κράτος χάνει τη συμβολική του πυκνότητα και μετατρέπεται σε καθαρά τυπική δομή. Η εξουσία περιορίζεται σε διαδικασία· ο νόμος σε συμμόρφωση· η πολιτική σε διαχείριση (Weber, 1919/2004). Η νομιμότητα μπορεί να επιβιώνει, αλλά η νομιμοποίηση διαλύεται. Η πολιτική τάξη γίνεται ριζικά ενδεχομενική και οντολογικά αβαρής.

Από μεταδομιστική σκοπιά, ο μετασχηματισμός αυτός μπορεί να περιγραφεί ως χειραφέτηση της κριτικής από τον ορίζοντα της ολότητας. Εκεί όπου η διαλεκτική άρνηση διατηρούσε ό,τι αναιρούσε, η σύγχρονη κριτική λειτουργεί ολοένα και περισσότερο σύμφωνα με μια λογική ακύρωσης, όπου κάθε κληρονομιά ανάγεται σε μόλυνση (Derrida, 1994).

Δεν πρόκειται απλώς για ηθική στάση· πρόκειται για οντολογικό μετασχηματισμό. Η ακύρωση του παρελθόντος δεν σημαίνει απλώς κρίση του· σημαίνει αφαίρεση της ικανότητάς του να λειτουργεί ως συμβολικός πόρος. Η μνήμη καθίσταται είτε ιεροποιημένη είτε ποινικοποιημένη, αλλά παύει να μεσολαβεί. Όπως υποστηρίζει ο Ricoeur (2004), όταν η μνήμη γίνεται είτε δικαστήριο είτε μνημείο, χάνει τη αφηγηματική της λειτουργία και καταρρέει σε ressentiment ( δυσαρέσκεια ) ή μύθο.

Το υποκείμενο που παράγεται υπό αυτό το καθεστώς δεν είναι απελευθερωμένο αλλά εκτοπισμένο. Αδυνατώντας να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως στιγμή συλλογικού γίγνεσθαι, ανασυστήνεται ως απόλυτη αρχή. Αυτή όμως η χειρονομία ριζικής αυτονομίας είναι η πιο αφηρημένη μορφή αλλοτρίωσης: ελευθερία χωρίς κληρονομιά, αρνητικότητα χωρίς μορφή (Marx, 1844/1978).

Η έννοια του νομικού και πολιτικού θεωρητικού στον Carl Schmitt αποκαλύπτει γιατί ο ιστορικός μηδενισμός δεν μπορεί να παραμείνει πολιτικά ουδέτερος. Για τον Schmitt, το πολιτικό δεν είναι απλώς ένας τομέας μεταξύ άλλων, αλλά η υπαρξιακή στιγμή κατά την οποία ένα συλλογικό υποκείμενο αποφασίζει για τη μορφή της ζωής του. Η απόφαση αυτή συμπυκνώνεται στη διάκριση φίλου–εχθρού — όχι ως ηθική κρίση, αλλά ως υπαρξιακή διαφοροποίηση (Schmitt, 1932/2007).

Μια τέτοια απόφαση, ωστόσο, προϋποθέτει ιστορικό υποκείμενο. Ένας λαός μπορεί να αποφασίσει για τον εαυτό του μόνο αν αναγνωρίζει ότι υπήρξε και ότι μπορεί να απειληθεί. Η πολιτική ταυτότητα δεν επινοείται· κληρονομείται. Η συλλογική μνήμη δεν είναι συμπλήρωμα της κυριαρχίας, αλλά η ίδια της η προϋπόθεση (Assmann, 2011).

Ο ιστορικός μηδενισμός εξουδετερώνει αυτή την προϋπόθεση. Διαλύοντας την κληρονομιά, στερεί από τον λαό την ικανότητα αυτοκαθορισμού. Εκεί όπου το συλλογικό δεν μπορεί πλέον να αποφασίσει για τον εαυτό του ως ιστορικό υποκείμενο, άλλοι αποφασίζουν στη θέση του: τεχνοκρατικές ελίτ, οικονομικά συστήματα ή υπερεθνικές δομές (Agamben, 2005). Η εξουσία δεν εξαφανίζεται· γίνεται αδιαφανής.

Η εξουδετέρωση του παρελθόντος οδηγεί στην εξουδετέρωση του πολιτικού. Η διάκριση φίλου–εχθρού καθίσταται αδιανόητη, διότι δεν υπάρχει πλέον ιστορικό «εμείς» προς υπεράσπιση. Στη θέση του αναδύεται μια τεχνοκρατική λογικότητα, όπου οι συγκρούσεις αναδιατυπώνονται ως διοικητικά προβλήματα. Η κυριαρχία διαλύεται σε διακυβέρνηση· η πολιτική γίνεται διαχείριση διαδικασιών (Foucault, 2008).

Αυτή η αποπολιτικοποίηση δεν είναι ειρηνική. Αποτελεί τη σύγχρονη μορφή μιας ανεστραμμένης πολιτικής θεολογίας. Όπως υποστήριξε ο Schmitt (1922/2005), οι νεωτερικές πολιτικές έννοιες είναι εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες. Στον ιστορικό μηδενισμό, όμως, τη θέση του απολύτου δεν καταλαμβάνει ο Θεός, αλλά το κενό. Το κενό γίνεται ο σιωπηρός κυρίαρχος.

Οι αποφάσεις συνεχίζουν να λαμβάνονται, αλλά δεν εμφανίζονται πλέον ως αποφάσεις. Η εξουσία λειτουργεί χωρίς να κατονομάζεται. Ο λαός κυβερνάται, αλλά δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του ως υποκείμενο διακυβέρνησης.

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης απεικονίζει αυτή τη δυναμική με ενάργεια. Όταν η ιδρυτική της αφήγηση επανερμηνεύθηκε αποκλειστικά ως αλυσίδα εγκλημάτων και αποτυχιών, η αρνητικότητα έπαψε να είναι διαλεκτική και έγινε απόλυτη (Furet, 1999). Η ιστορία δεν μπορούσε πλέον να θεωρηθεί αναγκαία στιγμή γίγνεσθαι.

Όπως δείχνει ο Yurchak (2006), δεν επρόκειτο απλώς για θεσμική κατάρρευση, αλλά για συμβολική και οντολογική. Το κράτος έχασε την ιστορική του αυτοαναγνώριση. Η αποσύνθεσή του υπήρξε μεταφυσική πριν γίνει πολιτική.

Η υπέρβαση του ιστορικού μηδενισμού δεν σημαίνει επιστροφή σε άκριτο μύθο. Σημαίνει επανένταξη της αρνητικότητας στην ολότητααποκατάσταση της μεσολαβητικής της λειτουργίας. Η μνήμη πρέπει να γίνει ξανά χώρος πολιτικής αναγνώρισης και όχι δικαστήριο ή ιερό (Ricoeur, 2004).

Χωρίς αυτή τη μεσολάβηση, δεν υπάρχει πολιτικό υποκείμενο αλλά μόνο διοίκηση· δεν υπάρχει νομιμοποίηση αλλά μόνο διαδικασία· δεν υπάρχει ιστορία αλλά μόνο αρχείο. Η ανασυγκρότηση του δεσμού μεταξύ αρνητικότητας, απόφασης και ολότητας δεν αποτελεί συντηρητική χειρονομία. Αποτελεί την οντολογική προϋπόθεση της συλλογικής αυτοδιάθεσης.

Αναφορές: 

 Agamben, G. (2005). State of exception. University of Chicago Press. 

Arendt, H. (1958). The human condition. University of Chicago Press. 

Assmann, J. (2011). Cultural memory and early civilization. Cambridge University Press. 

Derrida, J. (1994). Specters of Marx. Routledge. 

Foucault, M. (2008). The birth of biopolitics. Palgrave. 

Furet, F. (1999). The passing of an illusion. University of Chicago Press. 

Hegel, G. W. F. (1977). Phenomenology of spirit. Oxford University Press. 

Hegel, G. W. F. (1991). Philosophy of right. Cambridge University Press. 

Marx, K. (1978). Economic and philosophic manuscripts. Norton. 

Ricoeur, P. (2004). Memory, history, forgetting. University of Chicago Press. 

Schmitt, C. (2005). Political theology. University of Chicago Press. 

Schmitt, C. (2007). The concept of the political. University of Chicago Press. 

Taylor, C. (1975). Hegel. Cambridge University Press. 

Weber, M. (2004). The vocation lectures. Hackett. 

Yurchak, A. (2006). Everything was forever, until it was no more. PrincetonUniversityPress.

 Μετάφραση: Οικονόμου Δημήτριος

Ἀπό : geopolitika.ru


Ἡ Πελασγική

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

Ἡ Βενεζουέλα καί ὁ Νόμος τοῦ Ἰσχυροῦ

 “Η κοινωνιολογία είναι ένα βιολογικό πρόβλημα και τα έθνη είναι κοπάδια βοοειδών

— Ragnar Redbeard, "Το Might Is Right " (1890)

Γράφει ὁ Constantin von Hoffmeister

Η Βενεζουέλα παραμένει ένα εξαρτημένο κράτος επειδή δεν διαθέτει τον τελικό εγγυητή της κυριαρχίας: τα πυρηνικά όπλα. Η εξουσία στον σύγχρονο κόσμο στηρίζεται στην αποτροπή και η αποτροπή απαιτεί την ικανότητα καταστροφής. Χωρίς αυτό, ένα έθνος δεν μπορεί να σταθεί ως ίσο. 

Το Δόγμα Μονρό εξακολουθεί να κυβερνά το Δυτικό Ημισφαίριο. Ορίζει την επικράτεια όχι από το νόμο αλλά από την ιεραρχία. Μέσα σε αυτό το σύστημα, η Βενεζουέλα υπάρχει μέσα στην αμερικανική σφαίρα, όπου κάθε κίνηση γίνεται ανεκτή ή τιμωρείται σύμφωνα με τις ανάγκες της Ουάσιγκτον. Τα αποθέματα πετρελαίου, το εμπόριο και η ιδεολογία δεν έχουν σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι η ικανότητα αντίστασης στην πίεση και η Βενεζουέλα δεν έχει καμία.

Η πραγματικότητα της πολυπολικότητας είναι δαρβινική. Πολιτισμός-κράτη ανταγωνίζονται καθώς τα είδη ανταγωνίζονται, και η επιβίωση ανήκει σε εκείνα που προσαρμόζονται μέσω της δύναμης. Ο Ragnar Redbeard έγραψε ότι  “Η Δύναμη είναι το Δίκαιο ” (  "Might Is Right or The Survival of the Fittest" Ἡ Δύναμη εἶναι τό Δίκαιο  ἤ  Ἡ Ἐπιβίωση τοῦ Ἰσχυρότερου * ) και η βάναυση φόρμουλα αυτού εξακολουθούν να ισχύουν. Η ρητορική του “independence ( Ανεξαρτησία )  είναι διακοσμητική. Πίσω του στέκεται η ωμή δύναμη: πύραυλοι, συμμαχίες και πόροι που κινητοποιούνται για πόλεμο

Οι ηγέτες της Βενεζουέλας μιλούν για “σοσιαλισμό” και “κυριαρχία, ” ωστόσο εξαρτώνται από άλλους για προστασία. Βασίζονται στη Ρωσία ή την Κίνα για μόχλευση έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά αυτή η εξάρτηση επιβεβαιώνει μόνο την υποταγή. Η πολυπολικότητα δημιουργεί νέα πρωτότυπα, όχι η απελευθέρωση. Αντικαθιστά μια αυτοκρατορία με πολλές. Αυτό λέγεται ισορροπία.

Η διορατικότητα του Carl Schmitt παραμένει η πιο ακριβής: η κυριαρχία είναι η δύναμη να αποφασίζεις τη στιγμή της κρίσης. Η Βενεζουέλα δεν μπορεί να αποφασίσει. Οι επιλογές της χώρας πλαισιώνονται από ισχυρότερες δυνάμεις. Η δαρβινική πολυπολικότητα λειτουργεί ως άρρητος νόμος της φύσης. Επιβάλλει την τάξη μέσω της εγγύτητας και της δύναμης. Στο πλαίσιο αυτής της τάξης, τα μικρά κράτη ζουν υπό όρους ανεξαρτησίας : ελεύθερα να ενεργούν εφόσον οι ενέργειές τους δεν απειλούν την ιεραρχία. Η πολυπολικότητα, με αυτή την έννοια, δεν είναι υπόσχεση ισότητας αλλά αναγνώριση μόνιμης ανισότητας. Είναι ένα παγκόσμιο σύστημα άνισων κυριαρχιών, όπου μόνο οι πυρηνικές δυνάμεις είναι πραγματικά ελεύθερες.

Το Δόγμα Μονρό λειτουργεί ως ο μεταφυσικός νόμος του δυτικού ημισφαιρίου: ένας νόμος της τάξης που έχει τις ρίζες του στη δύναμη και την απόσταση. Εντός της περιμέτρου του, τα μικρότερα κράτη διαθέτουν εξουσιοδοτημένη ελευθερία, η οποία επιτρέπεται να ενεργούν μόνο εντός των ορίων που εντοπίζονται από τον περιφερειακό ηγεμόνα (the United States). Η πολυπολικότητα αποκαλύπτεται όχι ως ισορροπία αλλά ως διαστρωμάτωση: μια πλανητική ιεραρχία στην οποία η απόφαση είναι το σημάδι του κυρίαρχου και η υπακοή η μοίρα των υπολοίπων. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οποιαδήποτε κίνηση από τη Ρωσία ή την Κίνα εντός του δυτικού ημισφαιρίου καταστρέφει τους νόμους που προστατεύει η αρχιτεκτονική της εξουσίας ,δεν ανέχεται καμία αντίπαλη παρουσία στη σφαίρα επιρροής κάποιου.

ἀπό : eurosiberia.net

*  Τμήματα του βιβλίου "Might Is Right" αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία του βιβλίου "The Book of Satan" στο βιβλίο του Anton LaVey " The Satanic Bible" του 1969 , το ιδρυτικό έγγραφο της Εκκλησίας του Σατανά... ο LaVey αναγνώρισε ως επιρροές, συμπεριλαμβανομένου του Ragnar Redbeard. ( ἐδῶ

Ὁπότε καταλαβαίνετε ποιοί εἶναι οἱ σατανάδες καί ποιοί δίνουν τόν ὕστατο ἀγῶνα ὑπερασπίσεως τῆς Ἀνθρωπότητος. Πιστεύω πώς πλέον εἶναι τόσο καταφανεῖς οἱ ἀντιμαχόμενες πλευρές καί ἁπλῶς κάθε νέα κίνησις ἀποδεικνύει τά στρατόπεδα. Ἔτσι μᾶς ἐπιβάλλεται ἡ ἐπιλογή γιατί πῶς ἀλλιῶς θά σταθοῦμε στό πλευρό τῶν μαχητῶν νά συμβάλουμε κι᾿ἐμεῖς στήν ὁλοκληρωτική συντριβή τοῦ Κακοῦ; 

Ὁ Τράμπ, ἐν τέλει, μέ τούς Κακούς ( Ε.Ε. ) ἤ μέ τούς Καλούς ( Ῥωσσία )

«Ἡ Ἀμερικανική Ἀσθένεια »

...Διαβάζουμε τίς δηλώσεις γιά τόν Πρόεδρο τῆς Βεναζουέλας, Nicolas Maduro, τοῦ ἀμερικανοῦ γερουσιαστή Rick Scott (φωτό ) , πού δέν εἶναι καθόλου τυχαίος ἀφοῦ ὑπηρετεῖ στίς Ἐπιτροπές Ἐνόπλων Δυνάμεων καί Ἐξωτερικῶν Σχέσεων τῆς Γερουσίας ἄρα συνδεδεμένος καί γνώστης ἀπό πρῶτο χέρι τῶν στρατιωτικῶν ἐπιδιώξεων τῶν ΗΠΑ.  Γιά τόν Maduro τόν ὁποῖο χαρακτηρίζει ώς : «παράνομο, δολοφονικό δικτάτορα» καί ἔχει συνυπογράψει τόν νόμο STOP MADURO του 2024, ὁ ὁποῖος προσφέρει ἀμοιβή 100 εκατομμυρίων δολαρίων γιά πληροφορίες πού θά ὁδηγήσουν στήν σύλληψη καί τήν καταδίκη τοῦ ἠγέτη τῆς Βενεζουέλας. Εἶπε λοιπόν ἐχθές :

« Οι μέρες του είναι μετρημένες», είπε ο Scott. «Είτε πρόκειται για εσωτερικό είτε για εξωτερικό ζήτημα, νομίζω ότι κάτι θα συμβεί», πρόσθεσε, υπονοώντας ότι ο ηγέτης της Βενεζουέλας θα πρέπει «να κατευθυνθεί στη Ρωσία ή την Κίνα».  ( ἀπό :  Μπορεῖ ἡ Κοινή Λογική νά σώσῃ τήν Ἀνθρωπότητα ; ) 

Διαβάζουμε πώς τήν Κυριακή σέ συνέντευξή του στό CBSΠρόεδρος τῶν ΗΠΑ, ἔκανε σχεδόν μία πανομοιότυπη δήλωσιν ὅταν ἐρωτηθείς γιά τό ἐάν οἱ ἡμέρες τοῦ ἡγέτη τῆς Βενεζουέλας εἶναι « μετρημένες» ἀπάντησε :  «Θα έλεγα ναι. Νομίζω ναι, ναι ».

Καί ἔχουμε καί τά  «Shabbos Goyim» πού οὐρλιάζουν : 


...Η Machado βραβευμένη μέ τό Νόμπελ Ειρήνης, διέκρινε μια ευκαιρία να αποκτήσει σημαντική ξένη υποστήριξη, γι' αυτό επαίνεσε τον Τραμπ και κάλεσε τόσο τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και το Ισραήλ να παρέμβουν στη χώρα της και να ανατρέψουν την κυβέρνηση, αντικαθιστώντας την, πιθανώς, με αυτήν. Συνδέεται λοιπόν ο επικείμενος πόλεμος με τη Βενεζουέλα, ο οποίος πιθανώς θα σκοτώσει πολλούς ανθρώπους, με κάποιο τρόπο με τον Τραμπ και το Ισραήλ; Σίγουρα! (  ἀπό : Ἕνα Ἔθνος σέ Πόλεμο ! ) 

Τό πῶς ἐννοοῦν τήν Εἰρήνη τά λυκόρνια ἤ ἀλλιῶς τά στρατόπεδα τοῦ σατανᾶ...



Ἡ Πελασγική