" ...μητρός τε καί πατρός καί τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν πατρίς καί σεμνότερον καί ἁγιώτερον καί ἐν μείζονι μοίρᾳ καί παρά θεοῖς καί παρ᾽ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσι..." Σωκράτης

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Ἱστορικός Μηδενισμός

... Όταν ένας λαός δεν μπορεί πλέον να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως ιστορικό δρώντα, η συλλογική ταυτότητα χάνει τις συμβολικές της συντεταγμένεςΤο παρόν δεν βιώνεται ως στιγμή γίγνεσθαι αλλά ως μηδενικό σημείο. Το αποτέλεσμα δεν είναι χειραφέτηση αλλά αφαίρεση· μια ελευθερία χωρίς κόσμο, ένα υποκείμενο χωρίς κληρονομιά ...

Γράφει ὁ Santiago Mondéjar 

Ο ιστορικός μηδενισμός δεν ανάγεται ούτε σε μια σκεπτικιστική στάση απέναντι στις κληρονομημένες αφηγήσεις ούτε σε μια αναθεωρητική μεθοδολογία εσωτερική της ιστοριογραφίας. Πρέπει, αντίθετα, να κατανοηθεί ως οντολογική κρίση της ίδιας της πολιτικής χρονικότητας. Το διακύβευμα δεν είναι απλώς η ακρίβεια των αναπαραστάσεων του παρελθόντος, αλλά η ίδια η δυνατότητα της ιστορίας να λειτουργεί ως μεσολαβητικός ορίζοντας μεταξύ του συλλογικού είναι και της συλλογικής αυτοκατανόησης (Hegel, 1807/1977· Ricoeur, 2004).

Όταν αυτή η μεσολαβητική λειτουργία καταρρέει, ο χρόνος παύει να εμφανίζεται ως ορίζοντας γίγνεσθαι και θρυμματίζεται σε αποσυνδεδεμένα παρόντα. Το πολιτικό υποκείμενο δεν εντάσσεται πλέον σε μια συνέχεια νοήματος, αλλά έρχεται αντιμέτωπο με τον εαυτό του ως απόλυτη αρχή. Ο ιστορικός μηδενισμός μετασχηματίζει έτσι το παρελθόν από συστατική διάσταση του παρόντος σε ένα ανυπόφορο κατάλοιπο· ένα αρχείο ενοχής, σφάλματος ή βίας που πρέπει να ακυρωθεί αντί να ερμηνευθεί. Δεν αρνείται την ιστορία σε πραγματολογικό επίπεδο· την απο-οντολογικοποιεί. Ο χρόνος δεν είναι πλέον πεδίο μεσολάβησης αλλά τόπος διαγραφής.

Με όρους εγελιανούς, αυτό αντιστοιχεί στην κατάρρευση της αρνητικότητας ως Aufhebung, δηλαδή της υπέρβασης-άρσης μέσω της οποίας η άρνηση ταυτόχρονα καταργεί και διατηρεί ό,τι αρνείται (Hegel, 1821/1991). Η αρνητικότητα δεν είναι πλέον παραγωγική· δεν γεννά συμφιλίωση αλλά γίνεται απόλυτη. Παύει να λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη του γίγνεσθαι και μετατρέπεται σε αρχή αποσύνθεσης. Ο ιστορικός μηδενισμός δεν είναι απλώς κριτικός· είναι αντι-μορφικός. Είναι κριτική χωρίς κόσμο, άρνηση χωρίς συμφιλίωση.

Αυτή η οντολογική αποδιάρθρωση είναι αδιαχώριστη από μια κρίση πολιτικής υποκειμενικότητας. Όταν ένας λαός δεν μπορεί πλέον να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως ιστορικό δρώντα, η συλλογική ταυτότητα χάνει τις συμβολικές της συντεταγμένες. Το παρόν δεν βιώνεται ως στιγμή γίγνεσθαι αλλά ως μηδενικό σημείο. Το αποτέλεσμα δεν είναι χειραφέτηση αλλά αφαίρεση· μια ελευθερία χωρίς κόσμο, ένα υποκείμενο χωρίς κληρονομιά (Arendt, 1958).

Στη «Φιλοσοφία του Δικαίου», ο Hegel επιμένει ότι η ιστορία δεν είναι ακολουθία εμπειρικών γεγονότων, αλλά η διαδικασία μέσω της οποίας το Geistα ντικειμενοποιείται σε θεσμούς, πρακτικές και κοινές μορφές ζωής, αυτό που ονομάζει Sittlichkeit, δηλαδή ηθική ουσία (Hegel, 1821/1991). Η ιστορία, υπό αυτή την έννοια, δεν αποτελεί φόντο της πολιτικής· είναι το μέσο μέσω του οποίου η πολιτική ζωή αποκτά μορφή.

Το κράτος, επομένως, δεν είναι εξωτερικός μηχανισμός επιβεβλημένος σε ατομοποιημένα άτομα. Είναι η έμφυτη αποκρυστάλλωση μιας βιωμένης ηθικής ζωής που μεσολαβεί μεταξύ υποκειμενικότητας και καθολικότητας. Η νομιμοποίησή του δεν πηγάζει μόνο από τη διαδικαστική νομιμότητα, αλλά από την αναγνώριση ότι η παρούσα τάξη αποτελεί (πάντοτε πεπερασμένα και συγκρουσιακά) πραγμάτωση μιας ιστορικής λογικότητας (Habermas, 1976).

Η αναγνώριση αυτή δεν είναι ποτέ πλήρης. Η σύγκρουση είναι εγγενής στην ηθική ζωή. Ωστόσο, εντός ενός διαλεκτικού ορίζοντα, η σύγκρουση δεν είναι απλώς καταστροφική· αποτελεί το μέσο μέσω του οποίου καθίσταται δυνατή η συμφιλίωση. Η νομιμότητα μιας πολιτικής τάξης δεν έγκειται στην καθαρότητά της, αλλά στην ικανότητά της να μεταβολίζει τη δική της αρνητικότητα (Taylor, 1975).

Ο ιστορικός μηδενισμός διακόπτει αυτόν τον μεταβολισμό. Όταν το παρελθόν δεν αναγνωρίζεται πλέον ως αναγκαία στιγμή του γίγνεσθαι, η αρνητικότητα παύει να είναι παραγωγική. Το κράτος χάνει τη συμβολική του πυκνότητα και μετατρέπεται σε καθαρά τυπική δομή. Η εξουσία περιορίζεται σε διαδικασία· ο νόμος σε συμμόρφωση· η πολιτική σε διαχείριση (Weber, 1919/2004). Η νομιμότητα μπορεί να επιβιώνει, αλλά η νομιμοποίηση διαλύεται. Η πολιτική τάξη γίνεται ριζικά ενδεχομενική και οντολογικά αβαρής.

Από μεταδομιστική σκοπιά, ο μετασχηματισμός αυτός μπορεί να περιγραφεί ως χειραφέτηση της κριτικής από τον ορίζοντα της ολότητας. Εκεί όπου η διαλεκτική άρνηση διατηρούσε ό,τι αναιρούσε, η σύγχρονη κριτική λειτουργεί ολοένα και περισσότερο σύμφωνα με μια λογική ακύρωσης, όπου κάθε κληρονομιά ανάγεται σε μόλυνση (Derrida, 1994).

Δεν πρόκειται απλώς για ηθική στάση· πρόκειται για οντολογικό μετασχηματισμό. Η ακύρωση του παρελθόντος δεν σημαίνει απλώς κρίση του· σημαίνει αφαίρεση της ικανότητάς του να λειτουργεί ως συμβολικός πόρος. Η μνήμη καθίσταται είτε ιεροποιημένη είτε ποινικοποιημένη, αλλά παύει να μεσολαβεί. Όπως υποστηρίζει ο Ricoeur (2004), όταν η μνήμη γίνεται είτε δικαστήριο είτε μνημείο, χάνει τη αφηγηματική της λειτουργία και καταρρέει σε ressentiment ( δυσαρέσκεια ) ή μύθο.

Το υποκείμενο που παράγεται υπό αυτό το καθεστώς δεν είναι απελευθερωμένο αλλά εκτοπισμένο. Αδυνατώντας να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως στιγμή συλλογικού γίγνεσθαι, ανασυστήνεται ως απόλυτη αρχή. Αυτή όμως η χειρονομία ριζικής αυτονομίας είναι η πιο αφηρημένη μορφή αλλοτρίωσης: ελευθερία χωρίς κληρονομιά, αρνητικότητα χωρίς μορφή (Marx, 1844/1978).

Η έννοια του νομικού και πολιτικού θεωρητικού στον Carl Schmitt αποκαλύπτει γιατί ο ιστορικός μηδενισμός δεν μπορεί να παραμείνει πολιτικά ουδέτερος. Για τον Schmitt, το πολιτικό δεν είναι απλώς ένας τομέας μεταξύ άλλων, αλλά η υπαρξιακή στιγμή κατά την οποία ένα συλλογικό υποκείμενο αποφασίζει για τη μορφή της ζωής του. Η απόφαση αυτή συμπυκνώνεται στη διάκριση φίλου–εχθρού — όχι ως ηθική κρίση, αλλά ως υπαρξιακή διαφοροποίηση (Schmitt, 1932/2007).

Μια τέτοια απόφαση, ωστόσο, προϋποθέτει ιστορικό υποκείμενο. Ένας λαός μπορεί να αποφασίσει για τον εαυτό του μόνο αν αναγνωρίζει ότι υπήρξε και ότι μπορεί να απειληθεί. Η πολιτική ταυτότητα δεν επινοείται· κληρονομείται. Η συλλογική μνήμη δεν είναι συμπλήρωμα της κυριαρχίας, αλλά η ίδια της η προϋπόθεση (Assmann, 2011).

Ο ιστορικός μηδενισμός εξουδετερώνει αυτή την προϋπόθεση. Διαλύοντας την κληρονομιά, στερεί από τον λαό την ικανότητα αυτοκαθορισμού. Εκεί όπου το συλλογικό δεν μπορεί πλέον να αποφασίσει για τον εαυτό του ως ιστορικό υποκείμενο, άλλοι αποφασίζουν στη θέση του: τεχνοκρατικές ελίτ, οικονομικά συστήματα ή υπερεθνικές δομές (Agamben, 2005). Η εξουσία δεν εξαφανίζεται· γίνεται αδιαφανής.

Η εξουδετέρωση του παρελθόντος οδηγεί στην εξουδετέρωση του πολιτικού. Η διάκριση φίλου–εχθρού καθίσταται αδιανόητη, διότι δεν υπάρχει πλέον ιστορικό «εμείς» προς υπεράσπιση. Στη θέση του αναδύεται μια τεχνοκρατική λογικότητα, όπου οι συγκρούσεις αναδιατυπώνονται ως διοικητικά προβλήματα. Η κυριαρχία διαλύεται σε διακυβέρνηση· η πολιτική γίνεται διαχείριση διαδικασιών (Foucault, 2008).

Αυτή η αποπολιτικοποίηση δεν είναι ειρηνική. Αποτελεί τη σύγχρονη μορφή μιας ανεστραμμένης πολιτικής θεολογίας. Όπως υποστήριξε ο Schmitt (1922/2005), οι νεωτερικές πολιτικές έννοιες είναι εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες. Στον ιστορικό μηδενισμό, όμως, τη θέση του απολύτου δεν καταλαμβάνει ο Θεός, αλλά το κενό. Το κενό γίνεται ο σιωπηρός κυρίαρχος.

Οι αποφάσεις συνεχίζουν να λαμβάνονται, αλλά δεν εμφανίζονται πλέον ως αποφάσεις. Η εξουσία λειτουργεί χωρίς να κατονομάζεται. Ο λαός κυβερνάται, αλλά δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του ως υποκείμενο διακυβέρνησης.

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης απεικονίζει αυτή τη δυναμική με ενάργεια. Όταν η ιδρυτική της αφήγηση επανερμηνεύθηκε αποκλειστικά ως αλυσίδα εγκλημάτων και αποτυχιών, η αρνητικότητα έπαψε να είναι διαλεκτική και έγινε απόλυτη (Furet, 1999). Η ιστορία δεν μπορούσε πλέον να θεωρηθεί αναγκαία στιγμή γίγνεσθαι.

Όπως δείχνει ο Yurchak (2006), δεν επρόκειτο απλώς για θεσμική κατάρρευση, αλλά για συμβολική και οντολογική. Το κράτος έχασε την ιστορική του αυτοαναγνώριση. Η αποσύνθεσή του υπήρξε μεταφυσική πριν γίνει πολιτική.

Η υπέρβαση του ιστορικού μηδενισμού δεν σημαίνει επιστροφή σε άκριτο μύθο. Σημαίνει επανένταξη της αρνητικότητας στην ολότητααποκατάσταση της μεσολαβητικής της λειτουργίας. Η μνήμη πρέπει να γίνει ξανά χώρος πολιτικής αναγνώρισης και όχι δικαστήριο ή ιερό (Ricoeur, 2004).

Χωρίς αυτή τη μεσολάβηση, δεν υπάρχει πολιτικό υποκείμενο αλλά μόνο διοίκηση· δεν υπάρχει νομιμοποίηση αλλά μόνο διαδικασία· δεν υπάρχει ιστορία αλλά μόνο αρχείο. Η ανασυγκρότηση του δεσμού μεταξύ αρνητικότητας, απόφασης και ολότητας δεν αποτελεί συντηρητική χειρονομία. Αποτελεί την οντολογική προϋπόθεση της συλλογικής αυτοδιάθεσης.

Αναφορές: 

 Agamben, G. (2005). State of exception. University of Chicago Press. 

Arendt, H. (1958). The human condition. University of Chicago Press. 

Assmann, J. (2011). Cultural memory and early civilization. Cambridge University Press. 

Derrida, J. (1994). Specters of Marx. Routledge. 

Foucault, M. (2008). The birth of biopolitics. Palgrave. 

Furet, F. (1999). The passing of an illusion. University of Chicago Press. 

Hegel, G. W. F. (1977). Phenomenology of spirit. Oxford University Press. 

Hegel, G. W. F. (1991). Philosophy of right. Cambridge University Press. 

Marx, K. (1978). Economic and philosophic manuscripts. Norton. 

Ricoeur, P. (2004). Memory, history, forgetting. University of Chicago Press. 

Schmitt, C. (2005). Political theology. University of Chicago Press. 

Schmitt, C. (2007). The concept of the political. University of Chicago Press. 

Taylor, C. (1975). Hegel. Cambridge University Press. 

Weber, M. (2004). The vocation lectures. Hackett. 

Yurchak, A. (2006). Everything was forever, until it was no more. PrincetonUniversityPress.

 Μετάφραση: Οικονόμου Δημήτριος

Ἀπό : geopolitika.ru


Ἡ Πελασγική

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου