" ...μητρός τε καί πατρός καί τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν πατρίς καί σεμνότερον καί ἁγιώτερον καί ἐν μείζονι μοίρᾳ καί παρά θεοῖς καί παρ᾽ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσι..." Σωκράτης

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Πικρή ἡμέρα, Μεγάλο τό Χρέος !!!


« Πάρθεν ἡ Ρωμανία » 

Ἕναν πουλίν, καλὸν πουλὶν ἐβγαίν᾿ ἀπὸ τὴν Πόλιν, 
οὐδὲ στ᾿ ἀμπέλια κόνεψεν οὐδὲ στὰ περιβόλιαν, 
ἐπῆγεν καί-ν ἐκόνεψεν ἅ σου Ἠλί᾿ τὸν κάστρον. 
Ἐσεῖξεν τ᾿ ἕναν τὸ φτερὸν σὸ αἷμα βουτεμένον, 
ἐσεῖξεν τ᾿ ἄλλο τὸ φτερόν, χαρτὶν ἔχει γραμμένον, 
Ἀτὸ κανεὶς κι ἀνέγνωσεν, οὐδ᾿ ὁ μητροπολίτης 
ἕναν παιδίν, καλὸν παιδίν, ἔρχεται κι ἀναγνώθει. 
Σίτ᾿ ἀναγνῶθ᾿ σίτε κλαίγει, σίτε κρούει τὴν καρδίαν. 
«Ἀλὶ ἐμᾶς καὶ βάι ἐμᾶς, πάρθεν ἡ Ρωμανία!» 
Μοιρολογοῦν τὰ ἐκκλησιάς, κλαῖγνε τὰ μοναστήρια 
κι ὁ Γιάννες ὁ Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται, 
-Μὴ κλαῖς, μὴ κλαῖς Ἅϊ-Γιάννε μου, καὶ δερνοκοπισκᾶσαι 
-Ἡ Ρωμανία πέρασε, ἡ Ρωμανία ῾πάρθεν. 
-Ἡ Ρωμανία κι ἂν πέρασεν, ἀνθεῖ καὶ φέρει κι ἄλλον.
                                                                    ( Δημοτικό τοῦ Πόντου ) 

« Μαρμαρωμένε Βασιλιᾶ » 

Καὶ ρίχτηκε μὲ τ᾿ ἄτι του μὲς στῶν ἐχθρῶν τὰ πλήθια, 
τὸ πύρινο τὸ βλέμμα του σκορποῦσε τὴν τρομάρα, 
καὶ τὸ σπαθί του τὴ θανή. Στὰ χάλκινά του στήθια, 
ἐξέσπασε ἡ ὄργητα σὲ βροντερὴ κατάρα. 

Ἐθόλωσαν τὰ μάτια του. Τ᾿ ἁγνὸ τὸ μέτωπό του, 
θαρρεῖς ὁ φωτοστέφανος τῆς Δόξας τ᾿ ἀγκαλιάζει. 
Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Θρηνῆστε τὸ χαμό του. 
Μά, μή! Σὲ τέτοιο θάνατο ὁ θρῆνος δὲν ταιριάζει. 

Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Κυλίστηκε στὸ χῶμα, 
ἕνας Τιτᾶν π᾿ ἀκόμα χτὲς ἐστόλιζ᾿ ἕνα θρόνο, 
κι ἐσφάλισε - ὀϊμένανε! - γιὰ πάντ᾿ αὐτὸ τὸ στόμα, 
ποὺ κάθε πίκρα ρούφαγε κι ἔχυν᾿ ἐλπίδες μόνο, 

Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολὺ δὲ θὰ προσμένεις. 
Ἕνα πρωὶ ἀπ᾿ τὰ νερὰ τοῦ Βόσπορου κεῖ πέρα 
θὲ νὰ προβάλει λαμπερός, μιᾶς Λευτεριᾶς χαμένης, 
ὁ ἀσημένιος ἥλιος. Ὤ, δοξασμένη μέρα!
 
                                               ~  Κώστας Καρυωτάκης 


« Θεόφιλος Παλαιολόγος » 

Ὁ τελευταῖος χρόνος εἶν᾿ αὐτός. Ὁ τελευταῖος τῶν Γραικῶν 
αὐτοκρατόρων εἶν᾿ αὐτός. Κι᾿ ἀλλοίμονον 
τί θλιβερὰ ποὺ ὁμιλοῦν πλησίον του. 
Ἐν τῇ ἀπογνώσει του, ἐν τῇ ὀδύνῃ 
ὁ Κὺρ Θεόφιλος Παλαιολόγος 
λέγει «Θέλω θανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν». 
 
Ἂ Κὺρ Θεόφιλε Παλαιολόγο 
πόσον καϋμὸ τοῦ γένους μας, καὶ πόση ἐξάντλησι 
(πόσην ἀπηύδησιν ἀπὸ ἀδικίες καὶ κατατρεγμό) 
ἡ τραγικές σου πέντε λέξεις περιεῖχαν. 
Πάρθεν 
Αὐτὲς τὲς μέρες διάβαζα δημοτικὰ τραγούδια, 
γιὰ τ᾿ ἄθλα τῶν κλεφτῶν καὶ τοὺς πολέμους, 
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά. 
 
Διάβαζα καὶ τὰ πένθιμα γιὰ τὸν χαμὸ τῆς Πόλης 
«Πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν τὴν Σαλονίκη». 
Καὶ τὴν Φωνὴ ποὺ ἐκεῖ ποὺ οἱ δυὸ ἐψέλναν, 
«ζερβὰ ὁ βασιληᾶς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης», 
ἀκούσθηκε κ᾿ εἶπε νὰ πάψουν πιὰ 
«πάψτε παπάδες τὰ χαρτιὰ καὶ κλεῖστε τὰ βαγγέλια» 
πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν τὴν Σαλονίκη. 

 Ὅμως ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλα πιὸ πολὺ μὲ ἄγγιξε τὸ ᾄσμα 
τὸ Τραπεζούντιον μὲ τὴν παράξενή του γλώσσα 
καὶ μὲ τὴν λύπη τῶν Γραικῶν τῶν μακρυνῶν ἐκείνων 
ποὺ ἴσως ὅλο πίστευαν ποὺ θὰ σωθοῦμε ἀκόμη. 

 Μὰ ἀλοίμονον μοιραῖον πουλὶ «ἀπαὶ τὴν Πόλην ἔρται» 
μὲ στὸ «φτερούλιν ἀθε χαρτὶν περιγραμμένον 
κι οὐδὲ στὴν ἄμπελον κονεύ᾿ μηδὲ στὸ περιβόλι 
ἐπῆγεν καὶ ἐκόνεψεν στοῦ κυπαρίσ᾿ τὴν ρίζαν». 
Οἱ ἀρχιερεῖς δὲν δύνανται (ἢ δὲν θέλουν) νὰ διαβάσουν 
«Χέρας υἱὸς Γιανίκας ἕν» αὐτὸς τὸ παίρνει τὸ χαρτί, 
καὶ τὸ διαβάζει κι ὀλοφύρεται. 
«Σίτ᾿ ἀναγνῶθ᾿ σίτ᾿ ἀνακλαῖγ᾿ σίτ᾿ ἀνακροῦγ᾿ τὴν κάρδιαν. 
Ν᾿ ἀοιλλὴ ἐμᾶς νὰ βάϊ ἐμᾶς ἡ Ρωμανία πάρθεν».

                                                              Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης


« Τὸ ἀνακάλημα τῆς Κωνσταντινουπόλεως » 

 Θρῆνος κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς καὶ στεναγμὸς καὶ λύπη, 
Θλῖψις ἀπαραμύθητος ἔπεσεν τοῖς Ρωμαίοις. 
Ἐχάσασιν τὸ σπίτιν τους, τὴν Πόλιν τὴν ἁγία, 
τὸ θάρρος καὶ τὸ καύχημα καὶ τὴν ἀπαντοχήν τους. 
Τὶς τό ῾πεν; Τὶς τὸ μήνυσε; Πότε ῾λθεν τὸ μαντάτο; 
Καράβιν ἐκατέβαινε στὰ μέρη τῆς Τενέδου 
καὶ κάτεργον τὸ ὑπάντησε, στέκει καὶ ἀναρωτᾶ το: 
- Καράβιν, πόθεν ἔρκεσαι καὶ πόθεν κατεβαίνεις; 
- Ἔρκομαι ἂκ τὰ᾿ ἀνάθεμα κι ἐκ τὸ βαρὺν τὸ σκότος, 
ἂκ τὴν ἀστραποχάλαζην, ἂκ τὴν ἀνεμοζάλην· 
ἀπὲ τὴν Πόλην ἔρχομαι τὴν ἀστραποκαμένην. 
Ἐγὼ γομάριν δὲ βαστῶ, ἀμὲ μαντάτα φέρνω 
κακὰ διὰ τοὺς χριστιανούς, πικρὰ καὶ δολωμένα. 
Οἱ Τοῦρκοι ὅτε ἤρθασιν, ἐπήρασιν τὴν Πόλην 
ἀπώλεσαν τοὺς χριστιανοὺς ἐκεῖ καὶ πανταχόθεν. 
                                                            (Δημοτικό, ἀπόσπασμα) 

 Καί ᾿μεῖς οἱ σημερινοί κάτοικοι τῆς Ἑλλαδικῆς, τί ; 



Ναί, λίγοι οἱ πιστοί στό ΧΡΕΟΣ ...



Εὐχαριστοῦμε Σταμάτη Σπανουδάκη





Ἡ Πελασγική



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου