" ...μητρός τε καί πατρός καί τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν πατρίς καί σεμνότερον καί ἁγιώτερον καί ἐν μείζονι μοίρᾳ καί παρά θεοῖς καί παρ᾽ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσι..." Σωκράτης

Σάββατο 23 Απριλίου 2022

Στήν Ἁγι-Ἀναστασά

Τά ἔργα τῆς Σοφίας Βλάχου
 Πέντε ἄνδρες εἶχον κατέλθει εἰς τὸ Πρυΐ, μίαν Κυριακὴν τοῦ Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1875, καὶ ἐκ τῶν πέντε τούτων οἱ τρεῖς ἦσαν ἀρχαιολόγοι μὲ δίοπτρα. Ἀλλ᾽ ἐκ τῶν τριῶν, ὁ πρῶτος ἀπεφαίνετο ὅτι τὸ σωζόμενον ἐκεῖ ἐρείπιον ἦτο ναὸς εἰδωλολατρικός, ὁ δεύτερος ἰσχυρίζετο ὅτι ἦτο χριστιανικὴ ἐκκλησία, ἂν δὲν ἦτο βαλανεῖον ρωμαϊκόν, καὶ ὁ τρίτος ἐπέμενεν ὅτι ἦτο, τὸ πολύ, ἀρχοντικὸν μέγαρον, ἤτοι πύργος βενετικός, ἐπικαλούμενος ὑπὲρ τῆς γνώμης του καὶ τὸ ὄνομα Πρυΐ, ὅπερ ἔλεγε σχηματισθὲν ἐκ τοῦ Πυργί, κατὰ μετάθεσιν γραμμάτων. 

Τοῦ τελευταίου τὴν γνώμην ἠσπάζετο ἀπροκαλύπτως, μετέχων τῆς ἐκδρομῆς, καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος τοῦ χωρίου, ὅστις εἶχεν ἀνεγνωρισμένην εἰδικότητα εἰς τὴν ἐτυμολογίαν. «Τὸ ἄιντε εἶναι ἀπ᾽ τὸ ἄγε δή, τὸ ἀρή, κλητικὸν ἐπιφώνημα τῶν γυναικῶν τοῦ τόπου, εἶναι ἀπ᾽ τὸ ἀρίστη, τὸ βρὲ εἶναι ἀπ᾽ τὸ μῶρε - (μωρὲ - μ᾽ρὲ - μβρὲ - μπρὲ) βρέ». Κ᾽ ἐξετόξευε κεραυνοὺς ἀγανακτήσεως κατ᾽ ἐκείνων οἵτινες ζητοῦσι τουρκικὴν παραγωγὴν διὰ τὰς λέξεις, ἐνῷ εἶναι τόσον εὔκολον, ἔλεγε, ν᾽ ἀνευρίσκωμεν παντοῦ ρίζαν ἑλληνικήν.

Ἰδοὺ πῶς συνέβη τὸ πρᾶγμα. Ὁ δήμαρχος τῆς πολίχνης, τὸ δεύτερον πρὸ ἔτους ἐκλεχθείς, εἶχε φιλοτιμηθῆ νὰ καλέσῃ εἰς ἑστίασιν, ἐπάνω, εἰς τὸν Προφήτην Ἠλίαν, τοὺς τρεῖς ἀρχαιολόγους, μετ᾽ αὐτῶν δὲ καί τινας ἄλλους φίλους του. Ἡ συνοδία εἶχεν ἀνέλθει ἐπὶ ὀναρίων, ἀπὸ τῆς αὐγῆς, τὸν μέγαν ἀνήφορον, εἰς ἑκατοντάδων τινῶν μέτρων ὕψος, ὅστις ἐφαίνετο εἰς τοὺς ἀγαθοὺς νησιώτας τόσον ὑψηλός, ὅσον καὶ ὁ Κίσσαβος. Ἔφθασαν εἰς τὸν Ἅγιον Ἠλίαν ἅμα τῇ ἀνατολῇ τοῦ ἡλίου, καὶ ἀφοῦ ἐδροσίσθησαν ὑπὸ τὴν ἐξαίσιον φυλλάδα τῶν μεγαλοπρεπῶν πλατάνων, κ᾽ ἔπιον ὕδωρ ἐκ τῆς ἀμφιλαφοῦς κρήνης, τῆς προχεούσης εἰς ὅλην τὴν μαγευτικὴν κοιλάδα τὰ διαυγῆ της νάματα, οἱ μὲν ἄλλοι ἐστρώθησαν ὑπὸ τὰς πλατάνους, καὶ παρηκολούθουν μὲ βλέμμα θωπευτικὸν τὸ ὁλονὲν ροδίζον ἀρνὶ εἰς τὴν σούβλαν, περιμένοντες ὅσον οὔπω ν᾽ ἀπολαύσωσιν ὡς «προφταστήρα»* τὸ ὀρεκτικὸν κοκορέτσι, οἱ δὲ πέντε ἐκ τῆς συνοδίας ἐπέβησαν ἐκ νέου εἰς τὰ ὀνάριά των καὶ διευθύνθησαν εἰς τὸ Πρυΐ. Ἀνέβησαν εἰς τὸ ψήλωμα τοῦ βουνοῦ, ἐκεῖθεν ἐκατηφόρισαν δεξιά, διέτρεξαν τὴν θέσιν τὴν καλουμένην «τ᾽ Μανώλ᾽ ἡ σουφριά*», καὶ μετὰ πορείαν μιᾶς ὥρας ἔφθασαν εἰς τὸ Πρυΐ. Ἐστράφησαν δυτικώτερον πρὸς τὰ ἀριστερά, ὁδεύοντες εἰς σύσκιον δρομίσκον ὑπὸ ἀδελφωμένας δρῦς καὶ πτελέας, καὶ τέλος ἔφθασαν εἰς τὸ παλαιὸν ἐρείπιον.

Ὁ συνοδίτης τῶν τριῶν ἀρχαιολόγων καὶ τοῦ δημοδιδασκάλου, ὁ πέμπτος, νεανίας εἰκοσαέτης, εἶχε κατὰ τὸ φαινόμενον, τὸ ἀξιώτερον ὑποζύγιον ὑπὲρ πάντας τοὺς λοιπούς, ὑψηλὸν ὄνον, εὔρωστον, πλατυκόκκαλον, καὶ ὑποκοκκινίζοντα τὸ τεφρὸν τρίχωμα. Καὶ ὅμως, ἀντὶ νὰ τρέχῃ πρῶτος, ἤρχετο τελευταῖος πάντων τῶν συνοδοιπόρων. Ὁ ὄνος ἐφαίνετο ἀναίσθητος εἰς ὅλους τοὺς κτύπους ὅσους τοῦ ἔδιδεν εἰς τὰ νῶτα ὁ ἀναβάτης, μὲ τὴν ράβδον του πρῶτον, εἶτα μὲ αὐτὸ τὸ σχοινίον τοῦ καπιστρίου. Ἐφαίνετο ὅτι δὲν εἶχε φάγει καλὰ τὸ χόρτον του ἢ τὸ ἄχυρόν του, ἢ ὅτι ἦτο ἀποφασισμένος νὰ πεισμώσῃ ἐκ παντὸς τρόπου τὸν ἀναβάτην. Ὅσον οὗτος ἐκτύπα, τόσον ὀκνότερος ἐγίνετο ἐκεῖνος. Ἐνίοτε ἐδοκίμαζε νὰ τὸν ἐρεθίσῃ ὑπὸ τὴν κοιλίαν διὰ τῶν ὑποδημάτων του. Ὅλα εἰς μάτην. Καὶ ἦτο θαῦμα πῶς κατώρθωσε νὰ μὴ χάνῃ ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοὺς πολλὰ βήματα προπορευομένους αὐτοῦ τέσσαρας ἄνδρας, ὧν οἱ δύο εἶχον ἀκολουθοῦντας καὶ τοὺς ἀγωγιάτας των. Οὗτοι δ᾽ ἔβλεπον ἀδιάφοροι τὴν βάσανον τοῦ τελευταίου ἀναβάτου, ὅστις ἄλλως δὲν κατεδέχετο νὰ κράξῃ αὐτοὺς εἰς βοήθειαν. Τέλος ἔφθασε καὶ οὗτος εἰς τὸ μέρος, ὅπου ἦτο τὸ σωζόμενον ἐρείπιον.

φωτό
Μετὰ τὴν γενομένην ἐπίσκεψιν καὶ τὰς εἰκασίας, ἃς ἐξέφεραν οἱ τρεῖς σοφοὶ περὶ τοῦ τί νὰ ἦτο καὶ κατὰ ποίαν ἐποχὴν νὰ εἶχε κτισθῆ τὸ ἐρείπιον, οἰκτείραντες καὶ τοὺς ἁρμοδίους διατί νὰ μὴ διατάξωσι ν᾽ ἀνασκαφῇ ὁ χῶρος ἐκεῖνος, ἡ μικρὰ συνοδία ἐξεκίνησεν, ἐπιστρέφουσα πρὸς συνάντησιν τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς ἐξοχικῆς ἐκδρομῆς. Ἀλλ᾽ οἱ τρεῖς ἀρχαιολόγοι καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος εἶχαν φθάσει πρὸ πολλοῦ εἰς τὸν Ἅγιον Ἠλίαν, καὶ εἶχαν φάγει τὸ κοκορέτσι, καὶ εἶχαν πίει ἀνὰ δύο μαστίχας, καὶ ἤδη μετέβησαν εἰς τὸ σπληνάντερον (ἦτο ἑνδεκάτη ὥρα πρὸ τῆς μεσημβρίας), ὁ δὲ πέμπτος συνοδίτης, μείνας πολὺ ὀπίσω δὲν εἶχε φανῆ ἀκόμη. Παρῆλθε δὲ μία ὥρα, καὶ εἶχαν στείλει τοὺς δύο ἀγωγιάτας ὀπίσω, πρὸς ἀναζήτησίν του, ὅταν αἴφνης τὸν βλέπουσι θριαμβευτικῶς ἐλαύνοντα ἐπὶ τοῦ ὄνου του, ὅστις ἔτρεχεν ὡς ἀτμάμαξα τὴν φορὰν ταύτην, καὶ ἐρχόμενον ὄχι ἐκ δυσμῶν, ἀπ᾽ ἐκεῖ ὁποὺ τὸν ἐπερίμεναν ὅλοι νὰ ἐμφανισθῇ, ἀλλ᾽ ἐξ ἀνατολῶν, ἀπὸ τὸ ἀντίθετον μέρος, ὡς νὰ ἤρχετο δηλαδὴ ἀπὸ τὴν πολίχνην.

Οὐδὲν ἀπιθανώτερον τῆς ἁπλῆς ἀληθείας. Ὅλη ἡ συνοδία τότε δὲν ἤθελε νὰ πεισθῇ ὅτι ὁ νέος ἐκεῖνος δὲν τὸ ἔκαμεν ἐπίτηδες, διὰ νὰ τοὺς ἐκπλήξῃ. Καὶ ὅμως ἰδοὺ τί εἶχε συμβῆ. Ὁ εὔρωστος ὄνος, ἐννοήσας, φαίνεται, τὴν ἀδυναμίαν τοῦ ἀναβάτου, τὸ εἶχε παρακάμει τὴν φορὰν ταύτην, ἀφοῦ μάλιστα ἦτο καὶ ἀνήφορος εἰς τὴν ἐπιστροφήν. Δὲν ἤθελεν ἀπολύτως νὰ βαδίσῃ. Ἐπήγαινε μὲ βραδύτητα χελώνης. Οἱ τέσσαρες λόγιοι εἶχαν προπορευθῆ τόσον, ὥστε ὁ πέμπτος συνοδίτης τοὺς ἔχασε, καὶ δὲν τοὺς ἔβλεπε πλέον οὔτε τοὺς ἤκουε. Πολὺ δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐννοήσῃ ὅτι εἶχε χάσει τὸν δρόμον, καὶ εἶχε στραφῆ, αὐτὸς ἢ ὁ ὄνος του, ἀνατολικώτερον, πρὸς βαθὺ ρεῦμα, ὑγρόν, σύνδενδρον, σκιερόν, ἀναμέσον δύο ὑψηλῶν κορυφῶν. Ἐκεῖ ἀνεγνώρισε τὸ μέρος. Ἦτο τὸ «Κρύο Πηγάδι». Βαρυνθεὶς νὰ κτυπᾷ ἀνωφελῶς τὸν ὄνον, μὲ τοὺς μηροὺς αἱμωδιῶντας, ἐπέζευσε, καὶ κρατῶν τὸ καπίστρι μὲ τὴν ἀριστεράν, τὸ ραβδίον μὲ τὴν δεξιάν, ἐδοκίμασεν ἂν θὰ ἠνάγκαζε τὸν ὄνον νὰ βαδίσῃ ἐλαύνων ὄπισθεν. Ἐκεῖ, μὲ τὸ λεπτὸν ραβδίον του, ρεμβός, χωρὶς νὰ τὸ σκεφθῇ, ἐκέντησε τὸ ζῷον ὑπὸ τὸ σάγμα ὄπισθεν, εἰς τὰ νεφρά. Τότε διὰ μιᾶς ὁ ὄνος ἔλαβε τοιοῦτον ἀπίστευτον δρόμον, ὥστε ὁ νέος ἐξαφνίσθη, καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ τοῦ φύγῃ τὸ καπίστρι ἀπὸ τὴν χεῖρα. Τότε λοιπὸν ηὗρε «τὸν σφυγμὸν» τοῦ ὀναρίου. Ἐπέβη ἐκ νέου, καὶ «ποῦ σὲ σφάζ᾽, ποῦ σ᾽ πονεῖ;» ἤρχισε νὰ κεντᾷ, ἀλύπητα· τὸ ὀνάριον ἔτρεχεν ὡς βαποράκι. Ἀναγνωρίσας δὲ τὸν δρόμον, ὁ ἀναβάτης ἐστράφη δεξιά, καὶ ἐντὸς ὀλίγων λεπτῶν, ἀπὸ τοῦ ἀνατολικοῦ μέρους, ἔφθασε καλπάζων εἰς τὸν Προφήτην Ἠλίαν· ἔφθασε δὲ ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν καθ᾽ ἣν ὁ Δημήτρης ὁ Μιχογιάννης περιτέχνως λίαν ἐλιάνιζε τὸ ψητό, κ᾽ ἐστρώνετο ὑπὸ τὰ πελώρια δένδρα ἡ ἀπὸ φτέρες καὶ φυλλάδες πλατάνου εὐώδης τράπεζα.

Ἀλλ᾽ ὁ Δημήτρης ὁ Μιχογιάννης δὲν ἤξευρε μόνον νὰ ψήνῃ εἰς τὴν σούβλαν καὶ νὰ λιανίζῃ τὸ σφαχτό· ἤξευρε νὰ διηγῆται καὶ χρονικά τινα ἐκ τοῦ βίου τῶν ποιμένων καὶ τῶν αἰπόλων κατὰ τὸ Πρυΐ, ὅπου ἐγγὺς εἶχεν ἀνατραφῆ καὶ αὐτός.

Ἁγι-Ἀναστασιά,Πρυΐ (φωτό)

Γιάννης ὁ Κούτρης, ὑψηλός, τεσσαρακοντούτης, ἄτριχος τὸ πρόσωπον, ἀρχίζων ἤδη νὰ ρυτιδοῦται, ὅμοιος μὲ γριάν, εἶχε συλλάβει τὸ ἔτος ἐκεῖνο (ἤτοι πρὸ δύο σχεδὸν μηνῶν), διὰ τὸ Πάσχα, τολμηρὸν σχέδιον. Οἱ ποιμένες τῶν Καλυβιῶν, ὁλόκληρον συνοικίαν ἀποτελοῦντες, ἐκκλησιάζοντο εἰς τὸν Ἁι-Γιώργη τῆς Κ᾽στοδουλίτσας, οἱ αἰπόλοι τῶν Καμπιῶν, τῆς Μυγδαλιᾶς καὶ τοῦ Κουρούπη, ἐλειτουργοῦντο εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον. Οἱ ἄμοιροι βοσκοὶ τῆς Κεχρεᾶς, τ᾽ Ἁι-Κωνσταντίνου, τ᾽ Ἁι-Θανασιοῦ, τῶν Μποστανιῶν καὶ ἄλλων μερῶν, ἦσαν σκόρπιοι «σὰν τοῦ λαγοῦ τὰ τέκνα». Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὅστις ἐπεκαλεῖτο καὶ «Γιάννης ἡ Γριά»1, ἐζήλευε πολὺ τὸν δεύτερον ἐξάδελφόν του, Γιάννην τὸν Λαδίκαν, ὅστις ἔκαμνε τὸν ἐπίτροπον εἰς τὸν Ἁι-Γιώργη τῆς Κ᾽στοδουλίτσας, καὶ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια ὅπου ἐτελοῦντο πανηγύρεις, ἁρπάζων ἀπὸ τὰ μανουάλια τὰ συνημμένα εἰς ὀγκώδεις δέσμας ἡμίκαυστα κηρία, πατῶν αὐτὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ, κάτω εἰς τὰς πλάκας τοῦ ἐδάφους τοῦ ναοῦ, προφασιζόμενος ὅτι ἦτο φόβος μὴ λαμπαδιάσουν, ἂν τὰ ἄφηνε ν᾽ ἀποκαῶσι. Ὁ ἴδιος προέτεινε κ᾽ ἔκτακτον δίσκον, περιερχόμενος τὰς τάξεις τῶν πανηγυριστῶν, συλλέγων ἐράνους «γιὰ νὰ φτιαστοῦν οἱ ἐκκλησιές». «Ἦταν τάχα, Θεὸς νὰ μᾶς σχωρέσῃ, καὶ παστρικὰ τὰ χέρια του;» Ὅλα ταῦτα ἐκίνουν τὴν ἀντιζηλίαν τοῦ Γιάννη τοῦ Κούτρη. Ἀπὸ τὴν καθαρὰν ἑβδομάδα τοῦ εἶχεν ἔλθει ἡ ἰδέα, καὶ καθ᾽ ὅλην τὴν τεσσαρακοστὴν τὴν ἐπῴαζεν. Ἐμελέτα ν᾽ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα τοῦ Ἁγ. Χαραλάμπους τὸν Γιώργη τὸν Τρυγολόγο, μὲ τὴν φαμίλιαν του, τοὺς Μιχαλογιανναίους, πατέρα καὶ υἱόν, καὶ τοὺς Μαυροδημαίους, τέσσαρας ἀδελφοὺς μὲ τὰς γυναῖκας, καὶ τὰ τέκνα των, ὅπως τοὺς σύρῃ πρὸς τὸ Πρυΐ, εἰς τὸ κατάμερον* τὸ ἰδικόν του, κ᾽ ἐκεῖ μετὰ τῶν ὑπαρχόντων τριῶν ἢ τεσσάρων ἄλλων αἰπόλων, νὰ καλέσωσιν ἱερέα, ὅπως ἑορτάσωσι κατ᾽ ἰδίαν τὸ Πάσχα.

Ὅσον δυνατὸς καὶ ἂν ἦτο εἰς τὴν ἐτυμολογίαν ὁ διδάσκαλος, περὶ οὗ ἐμνήσθημεν ἐν ἀρχῇ, ἓν πρᾶγμα παραδόξως ἐλησμόνει, ὅτι τὸ ἐρείπιον ἐκαλεῖτο ὑπὸ τοῦ λαοῦ Ἁγία Ἀναστασιά. Ἀνατολικὸν ἦτο τὸ σωζόμενον τμῆμα τοῦ τοίχου, καμπύλον πρὸς τὰ ἔξω, καὶ φυσικὰ τὸ ἐξελάμβανέ τις ὡς χιβάδα τοῦ ἱεροῦ βήματος βυζαντινοῦ ναοῦ. Μόνον ὅτι ἦτο ἐκ λίθων μεγάλων, ὅγκων μαρμάρου ὀρθογωνίου σχήματος, λευκῶν, ὁμαλῶς εἰργασμένων, καὶ κατὰ τὰ ἄλλα ὡμοίαζε μὲ τὰ λείψανα τῶν πελασγικῶν τειχῶν. Τὸ τειχίον τοῦτο, ὑψηλὸν ὡς ἀνάστημα ἀνδρός, ἵστατο ὄρθιον ἀκόμη. Ἄλλα λείψανα τοῦ κτιρίου δὲν ἐφαίνοντο, καὶ δυσκόλως ἠδύνατό τις νὰ εἰκάσῃ τὸ σχῆμα, τὸ μέγεθος καὶ τὸν προορισμὸν τῆς οἰκοδομῆς. Ἐν τοσούτῳ ἐκαλεῖτο Ἁγία Ἀναστασιά.

Ἔσωθεν τοῦ μικροῦ τείχους δὲν ἐφαίνετο θυσιαστήριον. Δὲν ὑπῆρχεν ἴχνος ἐπιχρίσματος ἢ τοιχογραφίας ἢ ἄλλο γνώρισμα. Ἀλλ᾽ ἐντεῦθεν, ἴσως, πρὸ ὀκτὼ ἢ δέκα αἰώνων, ν᾽ ἀνεπέμπετο εἰς τὸν θρόνον τοῦ χριστιανικοῦ Θεοῦ ὁ καπνὸς τοῦ θυμιάματος, καὶ ἴσως νὰ προσεφέρετο ἐπὶ βωμοῦ μὴ σωζομένου, ἡ λογικὴ καὶ ἄχραντος θυσία, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ, ὅστις ἱερεὺς ὢν τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου «ἐξήνεγκεν ἄρτους καὶ οἶνον», ὡς λέγει ἡ Γραφή.

ἀπό ἐδῶ
Ἁγία Ἀναστασιὰ ἐκαλεῖτο. Ἴσως τὸ πάλαι νὰ ἦτο ναὸς τῆς Κόρης τῆς ἐξ ᾍδου ἢ τῆς Ἑκάτης τῆς φαρμακίδος, καὶ οἱ χριστιανοί, οἱ φυσικοὶ κληρονόμοι τῆς θανούσης εἰδωλολατρίας, τὸν ἐβάπτισαν μετονομάσαντες ναὸν τῆς Φαρμακολυτρίας, κατ᾽ ἀντίφρασιν, ἢ τῆς Ρωμαίας, ἁπλῶς κατὰ σχέσιν ἐτυμολογικήν. Καὶ ὁ παπ᾽ Ἀγγελής, ὃν εἶχε παρακαλέσει ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης νὰ ὑπάγῃ νὰ τοὺς λειτουργήσῃ τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἠγνόει εἰς ποτέραν τῶν δύο ὁμωνύμων ἦτο καθιερωμένος τὸ πάλαι ὁ ναός. Διότι ὑπάρχουσι δύο Ἅγιαι Ἀναστασίαι, ἡ Ρωμαία καὶ ἡ Φαρμακολύτρια.

Ἀλλὰ μὴ βλέπων θυσιαστήριον οὔτε κανδήλας οὔτε εἰκόνας, καὶ μὴ γνωρίζων ὑπαίθριον λειτουργίαν (τόλμημα τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ ἐφαίνετο ὡς ἁπλῆ εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν ἐπάνοδος), ἐζήτησε δι᾽ ἀφελοῦς σοφίσματος νὰ πείσῃ τοὺς ἀξέστους αἰπόλους, ὅτι τὸ καλύτερον θὰ ἦτο νὰ ὑπάγουν νὰ λειτουργήσωσιν εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν, μικρὸν ἀπέχουσαν. «Κ᾽ ἡ Ἁγία Ἄννα, εἶπεν, εἶναι μισὴ Ἁγία Ἀναστασιά». Ἀλλ᾽ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, πονηρὸς σπανός, τοῦ ἀπήντησεν ὅτι αὐτοὶ «δὲν ἤθελαν νὰ κάμουν μισὴ Ἀνάσταση, ἀλλ᾽ Ἀνάσταση σωστή».

Οἱ αἰπόλοι ἐφρόνουν ὅτι ἡ Ἁγία Ἀναστασιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ Ἀνάστασις. Καὶ βεβαίως δὲν ἠδύναντο νὰ εἶναι εὐμαθέστεροι τοῦ γέροντος ἐκείνου ἱερέως, ὅστις, ἐρωτηθεὶς πρὸ χρόνων ἂν ἡ Ἁγία Κυριακὴ ἢ ἡ Μεταμόρφωσις εἶναι μεγαλυτέρα, ἀπήντησεν ἀδιστάκτως ὅτι «ἡ Ἁγία Κυριακὴ εἶναι μεγαλύτερη, διότι ἑορτάζεται καθ᾽ ἑβδομάδα, ἐνῷ ἡ Μεταμόρφωσις μόνον μιὰ φορὰ τὸν χρόνον εἶναι». Καὶ μήπως πλεῖστοι, ἀκόμη καὶ σήμερον, δὲν νομίζουν ὅτι ὁ περίκλυτος ναὸς τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας εἶναι εἰς τιμὴν τῆς μεγαλομάρτυρος Ἁγίας τῆς ΙΖ´ Σεπτεμβρίου;

Ὁ Γιάννης ἡ Γριὰ δὲν ἤθελε μόνον νὰ ἑορτάσῃ μὲ τοὺς συννομεῖς του χωριστὰ τὴν Ἀνάστασιν, εἰς τὸ κατάμερόν του, ἀλλ᾽ ἐπεθύμει καὶ νὰ τελεσθῇ ἡ Ἀνάστασις αὕτη ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, ἀλλ᾽ ὡρισμένως εἰς τὴν Ἁγία Ἀναστασά. Ἀφοῦ τὸ πάλαι ἦτο ἐκκλησία, ἀφοῦ ὁ χῶρος ἦτο καθιερωμένος εἰς λατρείαν Χριστοῦ, διατί τάχα νὰ μὴ λειτουργῆται; Μάτην ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἐξώδευεν ὅλην τὴν ὀλίγην μάθησίν του καὶ τὴν ἔμφυτον λογικήν του διὰ νὰ τὸν πείσῃ ὅτι ἐζήτει παράλογα. Ὁ αἰπόλος ἔμεινεν ἀμετάπειστος.

― Πῶς θὰ λειτουργήσω, βλοημένε, σὲ ξεσκέπαστο μέρος; τοῦ ἔλεγεν ὁ ἱερεύς. Εἶδες ποτέ σου λειτουργία ἀποκάτ᾽ ἀπ᾽ τ᾽ ἀστέρια;

 Καὶ μήγαρις ἡ Ἀνάσταση δὲν ψάλλεται παντοῦ στὸ ξεσκέπαστο; ἀντέλεγεν ὁ βοσκός. Ἔχουν, ἂς ποῦμε, ἐκκλησιὲς καλοχτισμένες, μὲ πλάκες καὶ μὲ κεραμίδια, καὶ βγαίνουν, κατάλαβες, ἀπ᾽ τὴν ἐκκλησιὰ ὄξου γιὰ νὰ κάμουν Ἀνάσταση· κ᾽ ἡμεῖς ποὺ δὲν ἔχουμ᾽ ἐκκλησιά, ἂς ποῦμε, δὲν μποροῦμε, κατάλαβες, νὰ κάμουμ᾽ Ἀνάσταση σ᾽ ἕνα ξέσκεπο μέρος, ποὺ ἦταν μιὰ φορὰ κ᾽ ἕναν καιρό, κατὰ πῶς λένε, ἐκκλησιά;

Ὁ ἱερεὺς τὸν ἐκοίταξεν ἐν ἀμηχανίᾳ πρὸς στιγμήν, εἶτα τὸ βλέμμα του ἐφωτίσθη, ὡς νὰ τοῦ ἦλθεν ἰδέα, καὶ εἶπε:

― Κάμνουν Ἀνάσταση ὄξου ἀπ᾽ τὶς ἐκκλησιές, ναί· μὰ λειτουργία;… Πῶς θὰ λειτουργήσουμε;

― Ἀπάνου στὰ μάρμαρα, ποὺ ἦταν μιὰ τ᾽ ἁι-δῆμα, ἂς ποῦμε.

― Μὰ δὲν εἶναι Ἁγία Τράπεζα ἐγκαινιασμένη.

― Τὸν παλαιὸ καιρό, ποὺ τὴν εἶχαν κτίσει, κατάλαβες, δὲν ἦταν συνγκαινιασμένη;

 Τὸ Πηδάλιο λέει ὅταν βεβηλωθῇ μία ἐκκλησία, νὰ μὴ λειτουργιέται, ἂν δὲν ξανακτισθῇ κ᾽ ἐγκαινιασθῇ πάλι.

Ἐπὶ τέλους ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἴσως θὰ τὸν ἔπειθε νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν, ἥτις δὲν ἀπεῖχε πολύ, καὶ ἦτο κι αὐτή, κατὰ δεύτερον λόγον, γειτόνισσά του, ὅπως ἐκαυχᾶτο ὁ αἰπόλος λέγων ὅτι τὴν Ἁγία Ἀναστασιὰ «τὴν εἶχε γειτόνισσα». Ἀλλ᾽ ὁ ἀγαθὸς ἱερεὺς δὲν ἔπειθεν ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν του ὅτι ἠδύνατο ἀκατακρίτως νὰ λειτουργήσῃ καὶ εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν. Ὁ ναΐσκος εἶχε τὴν στέγην του, τὸ θυσιαστήριον εἰσέχον ἔγκτιστον εἰς τὸν τοῖχον, καὶ ἡ Πρόθεσις, ἐκαλύπτοντο ἀπὸ δύο σπιθαμὰς χώματος καὶ λίθων, πεσόντων ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς χιβάδος, τὸ εἰκονοστάσιον ἦτο ὀρθὸν ἀκόμη, ἀλλ᾽ αἱ θυρίδες του ἔχασκον ἔρημοι εἰκόνων, καὶ τὰ δύο παράθυρα τοῦ βορείου καὶ τοῦ νοτίου τοίχου ἔφεγγον καὶ αὐτὰ ἄφρακτα, καὶ ὁ ἄνεμος ἐβόιζεν εἰσπνέων δι᾿ αὐτῶν καὶ ἐκπνέων. Ὡμοίαζε μὲ γραῖαν νωδήν, μὲ τὰς κόγχας κενὰς ὀμμάτων, μὲ τὰ ὦτα βομβοῦντα ἀπὸ ἤχους φαιδρῶν φωνῶν παιδίων, χλευαζόντων σκληρῶς τὴν ἀδυναμίαν της. Δὲν ὑπῆρχεν οὔτε κανδήλιον εὐσεβῶς ἀναφθὲν ἐκ ταξίματος εὐλαβοῦς προσκυνητρίας οὔτε μανουάλιον διαχέον παρήγορον φῶς εἰς τὰς ἠμαυρωμένας μορφὰς τῶν ἠκρωτηριασμένων εἰς τοὺς τοίχους ὀλίγων ἁγίων. Τὸ παρεκκλήσιον ἦτο ἀφιερωμένον ποτὲ εἰς τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, κ᾽ ἐκαλεῖτο συνήθως Παναγίτσα, ὑπ᾽ ἄλλων δὲ Ἁγία Ἄννα. Ἀλλ᾽ ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἐδίσταζεν ἄν, καὶ μὲ ἀλλαχόθεν δανειζομένας εἰκόνας, καὶ μὲ ἀναρτώμενα προχείρως κανδήλια, ἐπετρέπετο νὰ τελέσῃ λειτουργίαν ἐκεῖ.

Τέλος ὁ ἱερεὺς εὗρε μέσον τινὰ ὅρον, καὶ τὸν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Γιάννην τὸν Κούτρην.

― Ἂς εἶναι, μποροῦμε νὰ κάμωμε Ἀνάσταση στὴν Ἁγία Ἀναστασιά, εἶπε, καὶ ἀμέσως παίρνετε ὅλοι τὰ πράγματά σας, καὶ τὶς λαμπάδες σας ἀναμμένες, καὶ πηγαίνομεν κάτου στὴν Παναγία 〈τὴν〉 Δομάν, καὶ σᾶς λειτουργῶ ἐκεῖ.

― Στὴν Παναγιὰ τὴν Δομά;… μὰ εἶναι μακριά.

Ὣς πόσο;… Σὲ μισὴ ὥρα φθάνουμε.

― Εἶναι, νά ᾽χω τ᾽ν εὐκή σ᾽, παπά, παραπάν᾽ ἀπὸ μιὰ ὥρα.

― Δὲν θὰ εἶναι παραπάν᾽ ἀπὸ τρία τέταρτα. Ὅλ᾽ ἡ νύχτα δική μας εἶναι. Ἔχουμε καιρὸ νὰ φθάσουμε.

Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ὑπεχώρησε, μὴ ἔχων ἄλλως νὰ πράξῃ.

φωτό
Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητὸν εἰς τὸ ὕπαιθρον, φορέσας μαῦρον ἐπιτραχήλι, καὶ ἤρχισε ν᾽ ἀναγινώσκῃ τὴν παννυχίδα καὶ τὸ Κύματι θαλάσσης, ὅλα διαβαστά. Εἶτα ἀνάψας ἐντὸς τοῦ θυμιατοῦ μοσχολίβανον, ἐθυμίασε τοὺς παρεστῶτας ὅλους, καὶ ποιήσας ἀπόλυσιν, ἔβγαλε τὸ μαῦρον ἐπιτραχήλι, ἐφόρεσεν ἄλλο ἰόχρουν μεταξωτὸν καὶ λευκὸν φαιλόνιον (ὅλα αὐτὰ τὰ ἐξήγαγεν ἀπὸ τὸ δισάκκιον τὸ περικλεῖον τὰ ἱερά του), καὶ ἀνάψας λαμπάδα, στραφεὶς πρὸς τὸν λαόν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ μελῳδικῶς τὸ Δεῦτε λάβετε φῶς, μεθ᾽ ὃ ἔψαλε, Τὴν Ἀνάστασίν σου, Χριστὲ Σωτήρ.

Καὶ ἀφοῦ ἤναψαν τὰς λαμπάδας ὅλοι, ἀναγνοὺς τὸ Εὐαγγέλιον, καὶ δοξάσας τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ἤρχισε μεγάλῃ καὶ βροντώδει τῇ φωνῇ νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη, ἀντιψάλλοντος καὶ τοῦ υἱοῦ του, παιδίου δωδεκαετοῦς, ὅστις τὸν εἶχε συνοδεύσει ὡς συλλειτουργὸς εἰς τὴν ἐκδρομήν. Ὡραία δὲ καὶ γλυκεῖα ἦτο ἡ σκηνή, ἐντὸς τοῦ ἐρειπίου ἐκείνου, τοῦ μεγαλομαρμάρου καὶ ἐπιβλητικοῦ εἰς τὴν ὄψιν, ἀγλαϊζομένου ἀπὸ τὸ τρέμον, ὑπὸ τὴν πνοὴν τῆς αὔρας τῆς νυκτερινῆς, φῶς πεντήκοντα λαμπάδων, σκηνὴ φωτεινὴ καὶ σκιερά, διαυγὴς καὶ μυστηριώδης, ἐν μέσῳ γιγαντιαίων δρυῶν ὑψουσῶν ὑπερηφάνους τοὺς εἰς διαδήματα κορυφουμένους κραταιοὺς κλῶνας, μὲ τὰ φρίσσοντα φύλλα μαρμαίροντα ὡς χρυσαῖ φολίδες, ὑπὸ τὴν λαμπηδόνα τῶν πυρσῶν, μὲ σκιὰς καὶ σκοτεινὰ κενὰ ἐν μέσῳ τῶν κλάδων, ὅπου ἐφαντάζετό τις ἐλλοχεύοντα ἀόρατα πνεύματα, ὑπάρξαντα πάλαι ποτέ, Δρυάδες εὔσωμοι καὶ Ὀρεστιάδες ραδιναί, ἐλευθέρως ἀνάσσουσαι ἀνὰ τοὺς πυκνοὺς δρυμῶνας, καὶ σήμερον μεταμορφωθεῖσαι εἰς νυκτερινὰ τελώνια, καὶ μὴ τολμῶσαι νὰ προβάλωσιν εἰς τὸ φῶς τῶν ἀναστασίμων λαμπάδων· ἀναθαρρήσασαι πρὸς καιρὸν ἐκ τῆς φυγαδεύσεως τοῦ χριστιανικοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοῦ καλλιμαρμάρου ἱδρύματος, καὶ τώρα μετὰ θάμβους βλέπουσαι τὴν ἀναζωπύρησιν τῶν πασχαλίων πυρσῶν καὶ ὀσφραινόμεναι τὴν ὀσμὴν τοῦ χριστιανικοῦ μοσχολιβάνου εἰς τὰ βάθη τοῦ δρυμῶνος.

Ἐνῷ ὁ ἱερεὺς ἔλεγεν ὁμαλῇ τῇ φωνῇ τὰ εἰρηνικά, καὶ ηὔχετο ὑπὲρ τῆς εὐσταθείας τῶν ἐκκλησιῶν, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς, κτλ., ὄπισθεν τοῦ πρώτου πελωρίου κορμοῦ τῆς χιλιετοῦς δρυός, ὃν τρεῖς ἄνδρες συνάπτοντες τὰς ὀργυιάς, μόλις ἠδύναντο ν᾽ ἀγκαλιάσωσιν, ἠκούετο βραχὺς διάλογος, οἷος ὁ ἑξῆς, μεταξὺ τριῶν ἢ τεσσάρων αἰπόλων, ὧν ὁ πρῶτος, 〈ὁ〉 Γιάννης ὁ Κούτρης, ἔλυεν ἀπαντῶν τὰς ἀπορίας τῶν ἄλλων:

 Ντουγρού, ντουγρού*;

― Ταμάιμα*.

― Μονοκοπανιά;

― Τὰ ἴσα, ζέρ*.

 Σ᾽μ Παναϊὰ τ᾽ Ντομάν;

― Ντούρμα*, παπὰς ἔτσ᾽ εἶπε.

― Τοὺ ρέμα-ρέμα;

― Δὲθὲ-πᾶμι;

― Θὲ-πᾶμι, ζέρ!

Ἀλλ᾽ ὁ διάλογος οὗτος διεκόπη ὑπὸ τῆς φωνῆς τοῦ ἱερέως, ὅστις ἐν τῷ μεταξὺ ἀπεδύθη τὰ ἄμφια, κ᾽ ἔκραξεν εἰς τὸ ποίμνιόν του.


«Εἶστ᾽ ἕτοιμοι; Πᾶμε!» Δύο τῶν αἰπόλων ἔσπευσαν νὰ φορτώσωσι τὰ ἱερά, ὡς καὶ τὰ καλάθια τῶν ποιμενίδων τὰ περικλείοντα ἑορτάσιμά τινα ἐφόδια, εἰς πέντε ἢ ἓξ ὀνάρια, ὁ ἱερεὺς ἐπέβη εἰς τὸ ἕβδομον, καὶ οἱ ἄλλοι πεζοί, οἱ μὲν κρατοῦντες τὰς λαμπάδας των ἀναμμένας, μὲ τὴν ἀριστεράν, προσπαθοῦντες, μὲ τὴν δεξιάν, νὰ σκεπάσωσι τὴν λαμπὴν ἀπὸ τῆς πνοῆς τῆς ἀπογείου αὔρας, οἱ δὲ ἀνάψαντες μικρὰ φαναράκια, χρήσιμα εἰς τοὺς αἰπόλους διὰ τοὺς νυκτερινοὺς ἐπαυλισμοὺς καὶ τοὺς ἀμολγοὺς τῶν αἰγῶν των, ἐξεκίνησαν κατερχόμενοι πρὸς βορρᾶν, εἶτα ἐστράφησαν ἀνατολικώτερον, βαίνοντες διὰ κακοτοπιᾶς ἐφ᾽ ἧς δὲν θ᾽ ἀντεῖχον ἄλλοι πόδες παρὰ τοὺς ἰδικούς των, ἐλαφρὰ πατοῦντες μὲ τὰ τσαρούχια τὰ περιβάλλοντα τοὺς εὐκινήτους πόδας των, βιάζοντες τὰ γαϊδουράκια νὰ τρέχωσι, σύροντες μᾶλλον αὐτὰ εἰς τὸν δρόμον, τοποθετούμενοι ἐξ ἀριστερῶν ὡς ἔμψυχα δίκρανα, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν φορτωμένων ὑποζυγίων εἰς τὰ κρημνωδέστερα μέρη. Δύο ἢ τρεῖς αὐτῶν, μὲ τὰς κάπας των, ἤρχοντο τελευταῖοι, μετὰ συριγμῶν καὶ ἀκατανοήτων μονοσυλλάβων, ἄγοντες τὰ αἰπόλιά των, μὲ τὰ μικρὰ ἐρίφια διὰ χαριεστάτων σκιρτημάτων τρέχοντα παρὰ τὰς μητέρας των, βελάζοντα ἐρωτηματικῶς, εἰς ἃ αἱ αἶγες ἀπήντων ἀορίστως, μὴ ἔχουσαι πῶς νὰ ἐξηγήσωσι τὴν ἀσυνήθη νυκτοπορίαν. 

Ἡ σελήνη εἶχεν ἀνατείλει πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, καὶ ὁ δίσκος της, ὑπέρυθρος ὀλίγον, 〈πότε〉 ἐφαίνετο ὄπισθεν τῶν κορυφῶν ὑψηλῶν δένδρων, πότε ἐκρύπτετο, κατὰ τοὺς ἑλιγμοὺς τῆς πορείας, ὄπισθεν τοῦ βουνοῦ. Καὶ οἱ θάμνοι ἐσείοντο πανταχοῦ ὅθεν διέβαινεν ἡ πομπή, καὶ τὰ ἔντομα ἐξεγείροντο παράωρα ἐκ τοῦ ὕπνου των, καί τινα μυιγάρια ἐξορμῶντα ἐπέτων φαιδρῶς περὶ τὰς ἀνημμένας λαμπάδας, ὑποβοΐζοντα, καίοντα τὰς μικκύλας πτέρυγάς των ἢ καταστρέφοντα μετὰ τελευταίου βόμβου τὴν ἐφήμερον ὕπαρξίν των εἰς τὴν πρόσψαυσιν τῆς φλογός. Καὶ τὰ νυκτοπούλια ἔφευγον φοβισμένα ἀπὸ σχοῖνον εἰς κόμαρον, ἀπὸ αἱμασιὰν εἰς δένδρον, προσθέτοντα τὸν ἐλαφρὸν θροῦν τῶν πτερύγων των εἰς τὸ ἁβρὸν ἐναρμόνιον φύσημα τῆς αὔρας τῆς ὀρθρίας. Καὶ ἡ ἀγραμπελιὰ ἡ χιονανθής, ἡ λευκάζουσα καὶ μυροβολοῦσα εἰς τοὺς φράκτας, λευχείμων μυροφόρος ἑορτάζουσα τὴν Ἀνάστασιν, καὶ ὁ κισσὸς καὶ τὸ ἁγιόκλημα, πλόκαμοι τῆς Ἀνοίξεως ἐξαπλούσης τὴν μυροβόλον κόμην της ἀνὰ τοὺς ἀγρούς, διέχυνον ζωηροτέραν ἐν τῇ νυκτὶ τὴν εὐωδίαν των εἰς τὸν ἀέρα. Καὶ ἡ ἀργυρᾶ ἀμμόκονις τῶν ἄστρων ὠλιγόστευεν ἐπάνω, καθ᾽ ὅσον ὑψοῦτο ἡ σελήνη, καὶ ἡ ἀηδὼν ἠκούετο μινυρίζουσα βαθιὰ εἰς τὸν μυχὸν τοῦ δάσους, καὶ ὁ γκιώνης μὴ δυνάμενος νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὴν λιγυρὰν ἀδελφήν του, ἔπαυσε πρὸς καιρὸν τὸ θρηνῶδες ᾆσμά του.

Εἶχαν κατέλθει ἤδη πολὺ βαθιά, κάτω εἰς τὸ ρεῦμα, καὶ ἀντικρύ των ἔβλεπον μακρὰν τὸ πέλαγος, κυανῆν ὀθόνην, ἀμυδρῶς ἐπαργυρουμένην ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας τῆς σελήνης. Ἠκούσθη δὲ μετ᾽ ὀλίγον βαθὺς παφλασμὸς ὡς χειμάρρου καταφερομένου μετὰ δούπου ἀπὸ τῶν βράχων, κρότος συνεχής, ἰσχυρός, μονότονος. Ἦτο τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομάν, ἀπὸ τῶν ὑδάτων τοῦ ὁποίου εἴκοσι νερόμυλοι ὑδρεύοντο τὸ πάλαι καὶ πολλαὶ ἑκατοντάδες στρέμματα κήπων μὲ κλιμακωτὰς αἱμασιὰς ἐπιαίνοντο ἀπὸ τὸ δροσερὸν νᾶμά του. Ἐκεῖ ἀντικρύ, προέκυπτεν ἐπ᾽ ἄκρας τῆς θαλάσσης τὸ παλαιὸν φρούριον, τὸ ὁποῖον ἦτό ποτε κατοικία ἀνθρώπων, πρὶν γίνῃ γλαυκῶν φωλεὰ καὶ λάρων ὁρμητήριον. Εἰς τὸ ἀκένωτον ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομὰν ὠφείλετο ἡ εὐδοκίμησις πάσης φυτείας καὶ πάσης βλαστήσεως κατὰ τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους χρόνους.

Παναγιά Δομάν,ἀπό ἐδῶ
Ἦτο ἤδη ὣς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ὅταν ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς καὶ οἱ αἰπόλοι του ἔφθασαν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Δομάν. Τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον ἦτο κτισμένον ὑπὸ συστάδα πελωρίων δένδρων, περιβαλλόμενον γραφικῶς ὑπ᾽ αὐτῶν, σκεπαζόμενον φιλοστόργως ἀπὸ τοὺς κλῶνάς των. Ὁ ναΐσκος ἦτο πενιχρός, ἀλλὰ διετηρεῖτο καὶ ἦτο λειτουργήσιμος. Ἦτο δὲ ἓν τῶν ὀλίγων ναϊδίων, ὅσα ἐσώζοντο ὄρθια ἀπὸ τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς. Γείτονες αὐτοῦ, χαμηλότερα πρὸς τὴν θάλασσαν, ἦσαν τὸ πάλαι, ἐντὸς τῆς κοιλάδος τῆς συνεχομένης μεταξὺ δύο ἀκτῶν, πάμπολλοι ναΐσκοι ἕως τέσσαρες δωδεκάδες. Οἱ πλεῖστοι ἦσαν σήμερον ἐρείπια. Ἡ Παναγία τοῦ Δομάν, ἁπλῆ ἀναπαράστασις τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τοῦ Βυζαντίου καὶ περιβαλλομένη ὡς μὲ στέφανον ἀπὸ τὸν ἀειθαλῆ κόσμον τῶν πελωρίων δένδρων της, ἵστατο ἀκόμη ὀρθή, κ᾽ ἐφαίνετο λέγουσα πρὸς τοὺς ἀδελφούς της, ὅσοι εἶχαν γονατίσει, καταβληθέντες ἀπὸ τὸν κάματον τῆς διὰ τόσων αἰώνων πορείας: «Παρηγορηθῆτε, σᾶς ἀντιπροσωπεύω ἐγώ!»

Ἡ εὐσεβὴς τάσις τοῦ λαοῦ, ζητοῦντος, διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἐξωκκλησίων ἀνὰ τὰ ὄρη καὶ τὰς κοιλάδας, νὰ παρηγορηθῇ διὰ τὴν στέρησιν τῶν τόσων τὸ πάλαι ἱερῶν καὶ βωμῶν του, λησμονοῦντος τοὺς παλαιοὺς θεούς του χάριν τῶν νέων ἁγίων του, κατίσχυσε τῆς αὐστηροτέρας καὶ δογματικωτέρας θεωρίας, καθ᾽ ἣν ἀπηγορεύοντο εἰς τοὺς χριστιανοὺς οἱ ἀγροτικοί ναοί. Ἀκριβέστεροι δέ τινες ἑρμηνεῖς τοῦ γράμματος, ἱερομόναχοι καὶ ἀσκητικοὶ ἄνδρες, ἠρνοῦντο καὶ νὰ λειτουργῶσιν εἰς ἐξωκκλήσια. Ἀλλὰ τὸ αἴσθημα εἶναι ἀνώτερον τῆς θεωρίας, καὶ ὁ λαός, δουλεύων, τυραννούμενος, πενόμενος, ἀγροδίαιτος, διασπειρόμενος κατὰ κώμας καὶ χωρία, μὴ ἔχων πόρους νὰ κτίσῃ μεγάλας καὶ λαμπρὰς ἐκκλησίας, ἔκτισε πολλὰς καὶ πενιχράς. Ὁ δὲ Σωτήρ, συγκαταβατικώτερος τῶν ἐπισήμων ἐπὶ γῆς διερμηνευτῶν του, «μνημονεύων τῶν ἐπὶ γῆς διατριβῶν», καθὼς εἶπεν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐνθυμούμενος τὴν πενιχρὰν προσφορὰν τῆς χήρας, ἐδέχετο καὶ τοῦ πένητος λαοῦ του τὸν εὐσεβῆ φόρον, καθὼς ἐδέχθη ἐκείνης τὰ δύο λεπτά.

Ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ ἐφωταγωγήθη τὸ παρεκκλήσιον, καὶ αἱ ποιμενίδες ἤναψαν πάμπολλα κηρία εἰς τὰ δύο μανουάλια, καὶ ἀνάψασαι πῦρ εἰς τὸ ὑπήνεμον, ἔξω τῆς θύρας, στήσασαι μεγάλην χύτραν, παρεσκεύαζον τὴν σούπαν. Δύο ἐξ αὐτῶν νεόνυμφοι ἐφόρεσαν τὰ κόκκινα φουστάνια των, καὶ τὰ βαβουκλιά* των μὲ τὰ κεντητὰ προμάνικα* καὶ τὰ τ᾽λουπάνιά των τὰ λευκά. Καὶ ὁ ἱερεύς, λαβὼν καιρόν*, ἐφόρεσεν ὅλην τὴν ἱερατικήν του στολήν, καὶ ὁ υἱός του, ὁ συλλειτουργός, ἔψαλλε τὸν κανόνα. Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, πραγματοποιήσας τὸ ὄνειρόν του, τοῦ νὰ παρίσταται εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὡς ἐπίτροπος, ἐπρωτοστάτει εἰς τὸ ἄναμμα καὶ σβήσιμον τῶν κηρίων, πατῶν αὐτά, ἐνίοτε μὲ τὸ τσαρούχι του, μιμούμενος τὸν ἐξάδελφόν του τὸν Γιάννην τὸν Λαδίκαν, καὶ [ὅστις] ἵστατο δεξιόθεν εἰς τὸν χορὸν ὡς προεστὼς μὲ τόσην σοβαρότητα, ὥστε βλέπων τις αὐτὸν θὰ τὸν ἐνόμιζε ψάλτην, ἐξ ἰδιοτροπίας σιωπῶντα. Τὴν στιγμὴν δ᾽ ἐκείνην εἰσελθοῦσα εἰς τὸν ναΐσκον ἡ δωδεκαέτις κόρη του, τὸ Κουμπώ, ἱσταμένη τέως ἔξω παρὰ τὸν παραστάτην, ἐπιστατοῦσα εἰς τὸ κάχλασμα τῆς χύτρας, τοῦ λέγει εἰς τὸ οὖς:

Ἀφέντ᾽, ἔρχουντι κόσμους.

― Ποιοὶ καὶ ποιοί; εἶπεν ἐξαφνισθεὶς ὁ Κούτρης.

Ἔρχουντι ὁ Δημητράκης τς Κώτσινας, μαζὶ μὲ τὴ γυναῖκά τ᾽ Ἀσ᾽μηνιώ, καὶ ὁ Γιάννης τς Κ᾽στάλους κι ὁ μπαρμπα-Γιώργης…

― Ποιὸς μπάρμπας Γιώργης;

Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽.

Ὡς κεραυνὸς ἔπεσε τὸ ὄνομα τοῦτο εἰς τὴν ἀκοὴν τοῦ Γιάννη τοῦ Κούτρη.

Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽! ἐπανέλαβε μηχανικῶς, κ᾽ ἐξηκολούθησεν, ἐρωτῶν τὴν θυγατέρα του, ὡς ἐὰν ἤξευρεν αὕτη:

― Τί, δὲν κάμανε Ἀνάστασ᾽ στοὺν Ἁι-Χαράλαμπου;

Διότι ἠπόρει πῶς ἐξέπεσε πρὸς τὰ ἐδῶ, ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽. Αὐτὸς ἔκαμνεν αὐτοδικαίως τὸν προεστὸν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, τί νὰ συνέβη τάχα, καὶ διατί δὲν ἐπῆγεν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου; Μήπως τοῦ ἀφῄρεσαν τὸ προεστ᾽λίκι ἀπ᾽ ἐκεῖ;

Αὐτός, ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, διατί ἴσα-ἴσα ἔβαλε τὰ δυνατά του, ἀποφασίσας νὰ κάμῃ ἐφέτος χωριστὴν Ἀνάστασιν μὲ τοὺς γείτονάς του, εἰς τὸ κατάμερον τὸ ἰδικόν του; Διὰ ν᾽ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τὸ φορτικὸν θέαμα τοῦ δευτέρου ἐξαδέλφου του, τοῦ Γιάννη Λαδίκα, εἰς τὸν Ἁι-Γιώργη τῆς Κ᾽στοδουλίτσας, ἢ αὐτοῦ τοῦ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽, εἰς τὸν Ἁι-Χαράλαμπον, οἵτινες ἔκαμαν καὶ οἱ δύο τὸν προεστὸν καὶ τὸν ἐπίτροπον, ἑκάτερος εἰς τὸ κατάμερόν του, ἀνάπτοντες καὶ σβήνοντες τὰ κηρία, ψιθυρίζοντες ἐπιδεικτικῶς εἰς τὸ οὖς τοῦ ἱερέως παρὰ τὴν βορείαν θύραν τοῦ ἱεροῦ βήματος, περιφέροντες ἐλευθέρως δίσκον, μὲ τὴν ἐπῳδὸν «Τὸ λάδι τῆς ἐκκλησίας, χριστιανοί!» καὶ κάμνοντες «κ᾽μάντο, σὲ οὗλα τὰ πάντα», ἐντὸς κ᾽ ἐκτὸς τοῦ ναοῦ. Καὶ τώρα, ἀφοῦ κατώρθωσε νὰ ψαλῇ ἡ Ἀνάστασις εἰς τὴν Ἁγία Ἀναστασά, εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἀφοῦ ἀπέσπασε τόσους βοσκοὺς ἀπὸ τὰ κατάμερα τὰ ἄλλα, ἀφοῦ τοὺς ἐκουβάλησε μεσάνυχτα, ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἀναστασὰ εἰς τὴν Παναγίαν Δομάν, μὲ τὰς γυναῖκάς των, μὲ τὰ παιδιά των, μὲ τὰ κοπάδια των, μὲ τὰ κατσικάκια, βελάζοντα σπαρακτικῶς περὶ τὰς αἶγας, ἔμελλε πάλιν νὰ καταδικασθῇ νὰ ὑποστῇ τὴν πρωτοκαθεδρίαν αὐτοῦ τοῦ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽, ὡς γεροντοτέρου, ὡς ἔχοντος τάχα δικαιώματα. Ποῖα δικαιώματα;

Ἂς ἔβγαζε τὲς μπολέτες* του νὰ τὲς διαβάσουν! Κ᾽ οἱ δύο, τάχα, ἂς ποῦμε, γράμματα δὲν ἤξευραν, ἀλλ᾽ ἦτον ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἐκεῖ, νά ᾽χουμε τὴν εὐχή του, ποὺ θὰ τὲς ἐδιάβαζε… Ἡ δουλειά του ἦτον νὰ διαβάζῃ… Ἀλλ᾽ ὄχι! δὲν παρεχώρει τὰ πρωτεῖα. Θὰ ἔκαμνε πὼς δὲν τὸν εἶδε, καὶ θὰ ἐκοίταζε, ντουγρού*, πρὸς τὸ ἅγιον βῆμα, χωρὶς νὰ στραφῇ ἐπὶ στιγμὴν πρὸς δυσμάς, ὡσὰν θεοφοβούμενος ποὺ ἦτον, ν᾽ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς τὴν λειτουργίαν του. Ἦτον ἐν τῷ δικαίῳ του, εὑρίσκετο εἰς τὸ κατάμερόν του… Ἀλλ᾽ ἐνταῦθα ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ἐπάγωσεν, ὁ παλμὸς ἐσταμάτησε πρὸς στιγμήν. Δὲν εὑρίσκετο εἰς τὸ κατάμερόν του! Τοὐναντίον, εἶχε πατήσει τὰ σύνορα, εἶχε μεταβῆ εἰς ξένον κατάμερον… Ἄ! κι αὐτὸς ὁ παπ᾽ Ἀγγελής, ποὺ ἐπέμενε μὴ θέλων νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὴν Ἁγία Ἀναστασά… Ἐκεῖ, ἀδιαφιλονικήτως, ὁ Κούτρης θὰ ἦτο εἰς τὸ κατάμερόν του. Ἀλλ᾽ ἐδῶ εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Δομὰν εὑρίσκετο ἀκριβῶς, εἰς τὸ κατάμερον τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τ᾽ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽!

Τί νὰ κάμῃ; Καὶ αὐτὸς «ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽», κατάλαβες, δὲν ἦτον κανεὶς τυχαῖος, ἐξήσκει ἰσχὺν καὶ γοητείαν ἐπὶ τὸ πλῆθος τῶν αἰγοβοσκῶν καὶ τῶν ποιμένων. Καὶ ἰδού, εἰσῆλθεν ἤδη εἰς τὸ παρεκκλήσιον. Ἦτο ὑψηλός, εὔσωμος, ὡραῖος ἀνήρ, μὲ εὔγραμμον τὸ πρόσωπον καὶ μὲ κανονικοὺς χαρακτῆρας. Ἦτο ὡς ἑξῆντα ἐτῶν, ἀλλὰ μόλις ἤρχιζαν, εἰς τὴν πλουσίαν μέλαιναν κόμην του, τρίχες τινὲς νὰ λευκάζωσιν ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ. Εἶχε φθάσει τὴν πρώτην ἐν ἀρχῇ τοῦ αἰῶνος ἐξέγερσιν, τὴν τοῦ 1808. Εἶχεν ὁμιλήσει μὲ τὸν Σταθᾶν, εἶχε προσφέρει μὲ τὰς ἰδίας του χεῖρας κοκορέτσι εἰς τὸν Βλαχάβαν, εἶχε στρατευθῆ ὑπὸ τὸν Νικοτσάραν. Καὶ ὅλον τὸ ἦθός του, ἡ ὄψις του, οἱ τρόποι του, αἱ κινήσεις του, καὶ τώρα ἀκόμη μετὰ σαράντα ἔτη, καθ᾽ ἣν στιγμὴν εἰσήρχετο εἰς τὸν ναΐσκον ἐφαίνετο ὅτι ἦτο εἰς νεύματα καὶ χειρονομίας μετάφρασις ἢ μιμικὴ παράστασις τοῦ παλαιοῦ διστίχου:

Στὸ Σκιάθο καὶ στὸ Σκόπελο ποτὲ κατὴς δὲν κρένει,

γιατὶ εἶν᾽ λημέρι τοῦ Σταθᾶ, βίγλα τοῦ Νικοτσάρα.

Ὁ Κούτρης, αἰσθανθεὶς αὐτὸν ὅτι εἰσήρχετο, διιδὼν τὸν διακαμόν* του εἰσερχόμενον εἰς τὸν ναΐσκον, μὲ ὅλην τὴν ἀπόφασιν ἣν εἶχε νὰ μὴ στραφῇ νὰ τὸν ἴδῃ, ἔστρεψεν ἀκουσίως τὴν κεφαλήν, καὶ τὰ βλέμματά των συνηντήθησαν. Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽, ἀφοῦ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας, ἦλθε κ᾽ ἐστάθη ὄπισθεν τοῦ Κούτρη, ὅστις δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ προσποιηθῇ ὅτι δὲν τὸν εἶδεν. Ἄλλως ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽ δὲν τοῦ ἔδωσε καιρὸν νὰ σκεφθῇ, διότι κύψας εἰς τὸ οὖς του ἤρχισε μὲ πονηρὸν μειδίαμα νὰ τοῦ λέγῃ:

― Μ᾽ πῆρις ἀπ᾽ τοὺ κατάμερου τοὺ Γιώργη τοὺν Τρυουλόου, μ᾽ πῆρις κὶ τς Μιχουγιανναῖοι, πατέρα κὶ γυιό, μ᾽ πῆρις κὶ τς τέσσιρις Μαυρουδ᾽μαῖοι, κὶ ἀπουμείναμι λιουστοὶ στοὺν ἁι-Χαράλαμπου. Ἱ παπὰς ἱ ἁιχαραλαμπίτ᾽ς λείπ᾽, ξέρ᾽ς, εἶναι στοὺν Κουτσκιᾶ μέσα, στὰ χουριά. Ἱ παπὰς ἀπ᾽ μ Παναϊά, κάτου στὴ χώρα, δὲ θέλησε νὰ ᾽ρθῇ, γιατ᾽ εἴμαστι λίοι, κὶ δὲ μαζουνώμαστι πουλλοί, γιὰ νὰ βγάλῃ τοὺν κόπου τ᾽, ἂς ποῦμε. Ἱ παπὰς ἀπ᾽ τοὺν Ἁι-Γιάννη τς Τρεῖς Ἱεράρχοι, ἱ ἄλλους, εἶναι φημέριους, γιατὶ τοὺν παπ᾽ Ἀγγιλή, πού ᾽ταν ἀπ᾽ ὄξου, μᾶς τούνε πῆρις. Κουντέψαμι ν᾽ ἀπουμείνουμι ἀλειτρούητοι, τέτοια μέρα, γιατὶ δὲ ξέραμι σὲ ποιὰ ἐκκλησὰ θελὰ-πᾶτι ν᾽ ἀναστήσιτι. Τότις κ᾽ ἐγὼ εἶπα, ἂς σ᾽κουθῶ νὰ πάου πίσου, ζ᾽ Κιχριά, μπέλες* κὶ τς βρῶ π᾽θινά, σὶ κανένα ξουκκλήσ᾽, κὶ πιρνώντας ἀπ᾽ ν Δουμάν, σὰ ξαγναντήσου τοὺ Κάστρου, θὲ καταλάβου, μαθέ, σὰ διῶ π᾽θινὰ φέξου* ἀνισῶς κ᾽ εἶναι σὶ κανένα ρημουκκλήσ᾽ τ᾽ Καστριοῦ κι ἀνασταίνουνε. Μὰ δὲν τό ᾽λπιζα, ἀλήθεια, πὼς θελὰ-ρθῆτε σ᾽ Δουμάν, μὲς στοὺ κατάμερό* μ!

Ἐκ τῆς ἐξηγήσεως ταύτης ἐνόησεν, ὀλίγον ἀργά, ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὅτι μὲ ὅλα τὰ σχέδιά του καὶ τὰς ἐνεργείας του, ὅσον μακρύτερα ἔφευγε τὸν Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽ καὶ τὴν προεστοσύνην του, τόσον σιμότερα ἐπήγαινε καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸ κατάμερόν του. Διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ φεύγῃ τις, πρέπει καὶ νὰ μὴ καταδιώκεται, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἠξεύρῃ πρὸς ποῖον μέρος νὰ κατευθυνθῇ.

Δὲν εἶχεν ἢ νὰ τοῦ παραχωρήσῃ τὰ πρωτεῖα, κ᾽ ἐκεῖνος ἄλλως τοῦ τὰ ἐπῆρε, πρὶν οὗτος τοῦ τὰ παραχωρήσῃ.

Περὶ τὸ λυκαυγές, ἔληξεν ἡ λειτουργία, καὶ ὁ οὐρανὸς πορφυρίζων ἐκεῖ πρὸς ἀνατολὰς ἔσμιγε μὲ τὴν θάλασσαν κυανῆν ἁπλουμένην κάτω, ἡ δὲ σελήνη ὠχρίασε καὶ τὰ ὀλίγα ἄστρα ἀνὰ ἓν ἔσβηναν τρέμοντα εἰς τὸν αἰθέρα. Καὶ ἡ Ἠὼς ἀνέτειλε μὲ ὅλην τὴν πορφυρᾶν αἴγλην καλλωπίζουσα μὲ γλυκὺ ἐρύθημα βουνά, κοιλάδας καὶ δάση. Ἐφάνη δὲ τότε, ἀποβαλοῦσα τὴν μυστηριώδη τῆς νυκτὸς περιβολήν, ἐν ὅλῃ τῇ καλλονῇ της, ἡ μαγευτικὴ θέσις τῆς Παναγίας Δομάν. Δεξιὰ τὸ ὑψηλόν, βραχῶδες καὶ τεμνόμενον ἀπὸ εὐθαλεῖς χαράδρας βουνόν, τὸ ἀπολῆγον εἰς τὴν κρημνώδη ἀκτὴν τοῦ Κουρούπη. Ἀριστερὰ λόφοι, κοιλάδες, καὶ δάση γραφικῶς ἐναλλάσσονται εἰς τὸ βλέμμα. Ἀντικρὺ ὁ γυμνὸς καὶ ἄγριον μεγαλεῖον ἀποπνέων βράχος τοῦ Κάστρου, μὲ τὰ δύο πρὸ αὐτοῦ πετρώδη νησίδια, καὶ πέραν πέλαγος ἀχανές, φωσφορίζον εἰς τὰς πρώτας ἀκτῖνας τοῦ ὑποφώσκοντος ἡλίου· καὶ εἰς τὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντος, πρὸς βορρᾶν ἡ Χαλκιδικὴ μὲ τοὺς τρεῖς λαιμούς της, ὑπὲρ οὓς ἐξέχει ὡς βαθμὶς κεραυνωθείσης τιτανείου κλίμακος πρὸς ἀνάβασιν εἰς τὸν οὐρανόν, ὁ λευκόφαιος κῶνος τοῦ Ἄθω μὲ τὴν κορυφὴν εἰς τὰ σύννεφα· πρὸς δυσμὰς τὸ Πήλιον μὲ τὰς ἀναριθμήτους κοιλάδας του καὶ μὲ τὴν θεσπεσίαν του βλάστην, καὶ πέραν αὐτοῦ ἡ κορυφὴ τοῦ Κισσάβου, ὡς κεφαλὴ ἐμπηγμένη ἐπὶ κορμοῦ ξένου. Καὶ τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας Δομὰν δὲν κατεφέρετο πλέον ὡς πρὶν μετὰ βαθέος παφλασμοῦ εἰς τὴν βραχώδη κοιλάδα, ἀλλ᾽ ἅμα τῇ ἀνατολῇ τῆς ἡμέρας τὸ νερὸν ἔρρεε μορμυρίζον, μαλακῶς κυλιόμενον ἐπάνω εἰς τὰ βρύα καὶ εἰς τὰ ἀγριοσέλινα, διότι ἐξύπνησαν τῆς ἡμέρας οἱ πολλοὶ καὶ προσφιλεῖς κρότοι.

Τά ἔργα τῆς Σοφίας Βλάχου
Τέλος ἐφάνη τοῦ ἡλίου ἡ πρώτη ἀκτίς, καὶ ἀνέθορεν ἀπὸ τῆς θαλάσσης μία πυρίνη παμφαὴς γραμμὴ τοῦ πανεκλάμπρου φωστῆρος. Καὶ τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἠκούσθη πρώτη μεγάλη κ᾽ ἐπιβλητικὴ φωνή, ὁ κλαγγασμὸς τοῦ ἀετοῦ, χαιρετίσαντος τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἐπάνω εἰς τὸ βουνόν, ἀπὸ τῆς ἀφθάστου καὶ ἀπατήτου ἐπὶ τῶν ἀπορρώγων βράχων καλιᾶς του. Καὶ δευτέρα χαιρετιστήριος φωνὴ ἠκούσθη †ὁ κακκαβισμὸς τοῦ ἱέρακος,† ὁ κρωγμὸς τοῦ ἱέρακος ἐπάνω εἰς τὸ βουνόν, εἰς μίαν ὑψηλὴν χαράδραν τοῦ ἰλιγγιώδους βουνοῦ τοῦ Κουρούπη, ἐκεῖ ἐπάνω. Καὶ τρίτη φωνὴ κλιμακηδὸν ἐχαιρέτισε τὸ παμφαὲς ἄστρον τῆς ἡμέρας, ὁ τιτυβισμὸς τῆς πέρδικος καὶ τῆς τρυγόνος εἰς τὸ μεσοϋψὲς τῆς κοιλάδος. Καὶ τελευταία ἀμέσως ἐχαιρέτισε διὰ τοῦ μινυρισμοῦ της τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἡ γλυκεῖα χελιδών, ἡ ἐπανευροῦσα κ᾽ ἐφέτος τὴν φωλεάν της ἄθικτον εἰς τὰ ἱερὰ σκηνώματα, εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου, ὡς καὶ εἰς τὰ καλύβια τῶν χωρικῶν, καὶ εἰς τὰς οἰκίας τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν τῆς πόλεως. Καὶ ἀκροτελεύτιοι δειλοὶ μινυρισμοὶ ἠκούσθησαν τῶν μικρῶν στρουθίων ἐπὶ τῶν θάμνων, ὧν τὸ ἕν, μόλις ὑποψελλίζον, ἵστατο ἀποφασιστικῶς προσκολλημένον μὲ τοὺς λεπτοὺς πόδας του ἐπὶ τοῦ κλαδίου, ἐνῷ τὸ ἄλλο, ψάλλον πρὸς αὐτὸ τὸν ἔρωτά του, ἐπέτα ὁλόγυρά του, ἵστατο πρὸς στιγμὴν ἐπὶ τοῦ κλαδίου, ὥρμα πρὸς αὐτό, τὸ ἐφίλει, τὸ παρεκάλει, κελαδοῦν, ἐκλιπαροῦν καὶ πάλιν κελαδοῦν.

Τότε καὶ τὰ κατσικάκια, αἰσθανθέντα τὸ θάλπος τῆς ἡμέρας, ἤρχισαν τὰ σκιρτήματά των, εὐφραινόμενα εἰς τὴν ἐπαφὴν τοῦ χόρτου, προσπαίζοντα περὶ τὰς μητέρας των, ὑποβάλλοντα τὸ μικκύλον ρύγχος εἰς τὸν μαστόν ― καὶ δὲν ἤξευρον, ὅτι ἡ λεπὶς τοῦ σφαγέως ἔστιλβε καὶ αὐτὴ πρὸς τὸν ἀνατέλλοντα ἥλιον…

Ἐκεῖ, ὑπὸ τὰ ὑψηλὰ δένδρα τῶν ὁποίων οἱ κλῶνοι, μὲ βόμβυκας καὶ μὲ θυσάνους τριχοειδῶν φύλλων κοσμούμενοι, ἐσείοντο ὑπὸ τῆς πρωινῆς αὔρας, ἄνω τοῦ ρεύματος, τοῦ κυλίοντος μετὰ ψιθύρου τὸ διαυγὲς νᾶμά του κάτω εἰς τὴν κοιλάδα, ἐκάθισαν ἡδονικῶς ὅλοι οἱ βοσκοὶ μὲ τὰς ποιμενίδας καὶ τὰς βοσκοπούλας των, στρώσαντες ἀφθόνους πτέρεις καὶ παχείας φυλλάδας, καὶ ἤρχισαν νὰ διαμελίζωσι τὰ εὐωδιάζοντα ἐπὶ τῆς σούβλας ἀρνία καὶ τὰ ἐρίφια. Ἔφαγον καὶ ηὐφράνθησαν ὅλοι καὶ ἀφοῦ ὁ 〈παπ᾽〉 Ἀγγελὴς εὐλόγησεν, ὡς ἔδει, τὴν φλάσκαν, τὴν μετεβίβασε, μεγάλην, ὑπόχλωρον ἀκόμη, δι᾽ ἐρυθρᾶς δερματίνης λωρίδος κρατουμένην, κλώζουσαν καὶ φυσῶσαν ἀκαταλήπτους ἤχους ἔνδοθεν, εἰς χεῖρας τοῦ ἐκ δεξιῶν του καθημένου προεστῶτος τῆς ὁμάδος, τοῦ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽, ὅστις ἐγερθεὶς προσηγόρευσε διὰ μακρῶν τὴν ὁμήγυριν:

― Κ᾽στὸς ἀνέστ᾽, βρὲ παιδιά! Ἀληθ᾽νὸς οὑ Κύριους! Ζῇ κὶ βασιλεύει! ― Γειά μας! καλὴ γειά! διάφουρου*! καλὴ καρδιά! καλὴ γερουσύνη, ὅλοι μας! Χρόνους πολλούς! Κὶ τ᾽ χρόν νά ᾽μαστι καλά. Καλὴ χρονιά σας! Πολλὰ τὰ ἔτ᾽! Παπά μ᾽! νὰ χαίρισι τὸ πετραχήλι σ᾽! Εἶτα, στραφεὶς πρὸς τὸν Κούτρην:

― Γιάννη, πάντα καλῶς νὰ σᾶς βρίσκου.

Ἴσως ἡ φράσις αὕτη ἦτο ὑπαινιγμὸς πρὸς τὰ προηγούμενα συμβάντα. Ἀλλ᾽ ὁ Κούτρης ἀπήντησε μεθ᾽ ἑτοιμότητος:

― Κὶ πάντα καλῶς νά ᾽ρχισι, μπαρμπα-Γιώργη!

Ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ γελάσῃ, καὶ οἱ ἄλλοι τὸν ἐμιμήθησαν. Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽ μετεβίβασε τὴν φλάσκαν εἰς τὸν ἀντικρύ του καθήμενον, τὸν Κούτρην, καὶ οὗτος ἔπιε χαιρετίσας διὰ βραχέων. Μετὰ τὴν τρίτην δὲ περίοδον τῆς φλάσκας, οὐδεμίαν πλέον ᾐσθάνετο ἀντιπάθειαν πρὸς τὸν Γιώργην, ἀλλ᾽ ἠδελφώθησαν ὅλοι των. Καὶ ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽, εἰς ὃν αἱ πολεμικαὶ ἀναμνήσεις ἐπανήρχοντο ἐναργέστεραι μετὰ τὸ γεῦμα, ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὴν ὁμήγυριν τὸν ἡρωικὸν θάνατον τοῦ Νικοτσάρα.

«Τρία καράβια ἤτανε στὰ νερὰ τῆς Κασσάνδρας μὲ τὰ φουσᾶτα τοῦ Νικοτσάρα καὶ τοῦ Σταθᾶ. Τοῦ Σταθᾶ τὸ καράβι ἦτον ὁλόμαυρο, μαῦρες οἱ πάντες, μαῦρα τὰ ξάρτια, μαῦρα τὰ πανιά, τὸ εἶχε τάξιμο, νὰ μὴν τ᾽ ἀσπρίσῃ, πρὶν ἐμβῇ νικητὴς μέσα στὴ Σαλονίκη. Ὅλη μέρα ἦταν μπονάτσα καραντί*, τὰ τρία καράβια δὲν μποροῦσαν οὔτε μπρὸς νὰ πᾶν, οὔτε πίσου νὰ γυρίσουν γιὰ ν᾽ ἀράξουνε. Ἡ ἀρμάδα ἡ τούρκικη ηὗρε τὸ ρέμα τῆς θάλασσας, καὶ τὸ ρέμα-ρέμα, δῶ τοὺς εἶχε, κεῖ τοὺς εἶχε, τοὺς ἔφτασε ἀπ᾽ τὸ πλάι. Ὣς τόσο οἱ καπεταναῖοι οἱ δυό τους ἀντρειώθησαν. Ἦταν παλληκάρια, ποὺ δὲν πιστεύω νὰ ἐστάθησαν ἄλλοι, τοὺς ἐγνώρισα ἐγὼ πολὺ καλά. Ὁ καπετὰν Σταθᾶς μοῦ ἐχάρισε ἕνα μαμὲ* κεχριμπαρένιο νὰ φουμάρω τὸ τσιμπ᾽κάκι μου, γιὰ νὰ τὸν θυμῶμαι καμμιὰ φορά, κι ὁ καπετὰν Νικοτσάρας, μιὰ φορὰ ποὺ τοῦ ἔδωκα κοκορέτσι, μὲ τὰ ἴδια μου τὰ χέρια φτιασμένο, τοῦ ἄρεσε τόσο, ποὺ πολλοὺς μῆνες ὕστερα ὅπου μ᾽ εὕρισκε, μὄλεγε: “Τί ἔχουμε, ὠρὲ Γιώργη, δὲν ἔχεις τίποτε κοκορέτσι;” “Ὄρεξη νά ᾽χῃς, καπετάνε μου, τὄλεγα ἐγώ· θέλεις νὰ σοῦ φτιάσω;” 

Τό ἄγαλμα τοῦ Καπετάν Νικοτσάρα στήν Ἐλασσόνα 
Καὶ τρεῖς φορές, ἐθυσίασα τρία πρόβατα, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ τοῦ φτιάσω κοκορέτσι. Ὕστερα, σὰν ἐβγήκανε νὰ πᾶνε κατὰ τὴν Κασσάνδρα, οἱ ἄλλοι σύντροφοί τους, γιατὶ ἤτανε πολλὰ καράβια, μ᾽ ἑφτὰ καπεταναίους πολεμάρχους, ἔλειπαν, εἶχαν μιλημένα νὰ πᾶν ὕστερα νὰ τοὺς βροῦνε. Καὶ τὴν ἡμέρα ποὺ τοὺς ἔφτασε ἡ ἀρμάδα μὲ τὸ τούρκικο τ᾽ ἀσκέρι ἦταν μοναχοὶ ὁ Νικοτσάρας κι ὁ Σταθᾶς. Καὶ σὰν τοὺς ἔρριξαν οἱ Τοῦρκοι τρεῖς κανονιές, ἄναψε τὸ τουφέκι, κι ἄρχισε τὸ τόπι νὰ δουλεύῃ, τὸ καράβι τοῦ Νικοτσάρα ἐπιάστηκε μὲ τὴν τούρκικη φεργάδα ξάρτια μὲ ξάρτια, σὰν δυὸ κακὲς γειτόνισσες ποὺ μαλώνουν, καὶ πιάνονται μαλλιὰ μὲ μαλλιά. Μὰ ὁ Νικοτσάρας μὲ τὸν μπαλτὰ τοῦ ἔσπασε τοὺς γάντζους κ᾽ ἔκοψε τὰ μπαστούνια τοῦ Τούρκου, κ᾽ ἐγλύτωσε τὸ καράβι του ἀπ᾽ τὰ δόντια τοῦ θεριοῦ. Μὰ τὴν τελευταία στιγμή, ἐκεῖ ποὺ νικοῦσαν οἱ δικοί μας, καὶ τὸ μπουλούκι τὸ ρωμαίικο ἐφώναξε βρίζοντας τὴν πίστη τῶν Τούρκων, ἕνα βόλι τοῦ ἦρθε τοῦ Νικοτσάρα, κ᾽ ἐχώθηκε στὴν κοιλιά του, καὶ τὸν ἐλάβωσε βαθιά. Μὰ τὸ παλληκάρι τὸ καλό, εἶναι παλληκάρι καὶ στὸ θάνατό του. “Μ᾽ ἔφαγαν τὰ σκυλιά”, εἶπε μιά, καὶ σφίγγοντας τὰ δόντια, βαστώντας μὲ τὸ χέρι τὰ σωθικά του, ποὺ ἐχυνόντανε ἀπ᾽ τὴν κοιλιά, βαστώντας μὲ τὰ δόντια τὴν ψυχή του, ποὺ τοῦ ἔφευγε ἀπ᾽ τὸ στόμα, ἐπρόφτασε κ᾽ εἶπε: “Συντρόφια! πιάστε με καὶ καθίστε με ἀπάνω ἐκεῖ στὰ σκοινιά, κι ἀκουμπῆστέ με ἀπάνω στὸ κατάρτι… γιὰ νὰ μὴν τὸ καταλάβουν τὰ σκυλιὰ πὼς μὲ σκότωσαν καὶ πάρουν θάρρος… γιὰ νὰ μὴν τὸ μάθουν κ᾽ οἱ δικοί μας καὶ δειλιάσουνε”. Καθὼς τοὺς εἶπε, τὸ κάμανε, καὶ τὸν ἀκούμπησαν μισαποθαμένον στὸ κατάρτι… κ᾽ οἱ Τοῦρκοι βλέποντας ἀπ᾽ ἀντίκρυ, ἐτρόμαζαν κ᾽ ἐλέγανε: “Τσάρας ρεΐζ! Τσάρας ρεΐζ!” Ὁ καπετάνιος ὁ Τσάρας! ὁ καπετάνιος ὁ Τσάρας! Κ᾽ οἱ δικοί μας, ἀπ᾽ τ᾽ ἄλλα τὰ καράβια, δὲν τὸ πῆραν μυρουδιὰ κ᾽ ἐστάθησαν ἀνδρειωμένοι, κ᾽ ἔδιωξαν τὴν τούρκικη ἀρμάδα. Κι ὅταν ἡ ἀρμάδα ἔγινε ἄφαντη, τότε τὸ ἔμαθαν, κ᾽ ἐγύρισαν πίσου στὸ νησί μας, γιὰ νὰ θάψουν τὸ Νικοτσάρα, ποὺ πέθανε κρατώντας μὲ τὰ χέρια τ᾽ ἄντερά του γιὰ νὰ μὴ χυθοῦν, μὲ τὰ δόντια τὴν ψυχή του γιὰ νὰ μὴ φύγῃ. Κ᾽ ἦρθαν καὶ τὸν ἔθαψαν, κάτου στὸ Λεχούνι κοντὰ στὴν ἄμμο, στὸ γιαλό, καὶ τότες τοῦ βγάλανε καὶ τραγούδι:

Κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ φοβέριζε καὶ ὅλοι τὸν ἐτρέμαν,

ἐπῆγαν καὶ τὸν θάψανε στοῦ Λεχουνιοῦ τὸ ρέμα.»

Τοιαῦτα τινά, ἀλλὰ μὲ πολλὰς τροπὰς φωνηέντων καὶ συγκοπὰς συλλαβῶν διηγήθη, ὡς εἶχεν ἐξ ἀκοῆς, ὁ μπαρμπα-Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽ καὶ μετὰ βαθέος στεναγμοῦ κατέστρεψε τὸν λόγον. Καὶ οἱ αἰπόλοι τὸν ἤκουον μετὰ θαυμασμοῦ, καὶ ὁ παπ᾽ Ἀγγελής, ἀκούων μετὰ συντόνου προσοχῆς, ᾐσθάνθη δάκρυ ὑγραῖνον τὴν παρειάν του.

Ἀλλ᾽ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὡς διὰ νὰ παρηγορήσῃ τὸν μπαρμπα-Γιώργην, καθ᾽ οὗ δὲν ἐμνησικάκει πλέον, διότι τοῦ ἐπῆρε τὰ πρωτεῖα, ἠγέρθη καὶ λύσας τὸ ὀνάριόν του, τὸ ὁποῖον ἔβοσκεν ἡσύχως εἰς τὸ λιβάδιον, ἤρχισε νὰ κάμνῃ κάτι παιγνίδια ἰδικά του. Συγχρόνως δὲ ὁ υἱός του ὁ Θοδωρής, δεκαπεντούτης, ὡς διὰ νὰ συνοδεύσῃ μὲ μουσικὴν τοὺς ἀγῶνας τοῦ πατρός του, ἔλαβε τὸ σουραύλι του, καὶ ἤρχισε νὰ συρίζῃ ἁπλοῦν καὶ μονότονον ἦχον. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης εἶχεν ἀναβῆ ἐπὶ τοῦ ὄνου ὑποβαλὼν σάγισμα ἀντὶ σέλλας καὶ βαίνων ἀργά, δῆθεν μετὰ σοβαρότητος, ἐπέβαλλεν εἰς τὸ ζῷον νὰ κάμνῃ κάτι βηματισμούς, κατὰ μίμησιν καὶ παρῳδίαν τῶν πολεμικῶν ἵππων. Καὶ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης πότε ἵστατο γονατιστὸς ἐπὶ τοῦ σαγίσματος, πότε ὑπτιάζετο ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ ζῴου, πότε ἐκρατεῖτο ἐκ τῆς χαίτης μὲ τὸν ἕνα πόδα ἐπάνω, μὲ τὸν ἄλλον κάτω εἰς τὴν γῆν, πότε ἐχάνετο ὑπὸ τὴν κοιλίαν τοῦ ζῴου, πότε ἔπιπτε ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι γονάτων μεταξὺ τῶν τεσσάρων ποδῶν τοῦ ὄνου, κ᾽ ἐνῷ ἔλεγες ὅτι τώρα ἔπεσε, καὶ ὅτι ὁ ὄνος θὰ τὸν πατήσῃ, αἴφνης, ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ, εὑρίσκετο πάλιν ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ ζῴου. Τοιούτους τινὰς μιμικοὺς ἀγῶνας ἤξευρε νὰ ἐκτελῇ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης. Τίποτε περισσότερον δὲν ἐχρειάζετο διὰ νὰ καγχάζῃ ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἐν εὐθυμίᾳ ἡ ὁμήγυρις ὅλη.

Τέλος ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ἀφῆκε τὸν ὄνον του ἥσυχον, καὶ ὁ μπαρμπα-Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽, ὡς διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν μιμικόν, ἐξέφερε πρὸς αὐτὸν ἰδίως ἀποτεινόμενος, πρὸς ἐπισφράγισιν τοῦ συμποσίου, τὴν τελευταίαν τῆς ἡμέρας πρόποσίν του, ἥτις ἤχησεν ὑπόκωφος, ὡς νὰ ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν πάτον τῆς φλάσκας, 〈ἥτις ἤρχισε〉 πλέον νὰ κλώζῃ καὶ νὰ φυσᾷ.

― Κὶ τ᾽ χρόν᾽ μὶ τοὺ καλὸ νὰ σᾶς βρῶ!

Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ἀπήντησε:

― Καλῶς νὰ ᾽ρθῇς, μπαρμπα-Γιώργη μ᾽!

(1892) Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης 

1. Κούτρης (ἤτοι κέσφος = κεφαλάς), καλεῖται παρ᾽ ἡμῖν τὸ ἀβάπτιστον ἄρρεν, Κοσσοὺ δὲ τὸ θῆλυ. Δράκος καὶ Δρακούλα, καλοῦνται τὰ βαπτισμένα βρέφη, κατόπιν δυσχεροῦς τινος ἢ ἐπιφόβου καὶ ἀντιπαθοῦς νόσου, οἷον σπασμῶν, ἐπιληψίας, κτλ. λαμβάνοντα τὴν προσηγορίαν ταύτην ὡς ἀλεξητήριον καὶ φυλακτικὸν κατὰ πάσης βασκανίας. Ἐν τῷ κειμένῳ ὁ Κούτρης = σπανός.

Ἀπό : papadiamantis.org

Κ Α Λ Η   Α Ν Α Σ Τ Α Σ Η  !!! 


Ἡ Πελασγική

Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

Γιατί οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουν ὅτι τό Πάσχα εἶναι πιό σημαντικό ἀπό τά Χριστούγεννα


Για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς το Πάσχα βρίσκεται στο κέντρο του λειτουργικού ημερολογίου, ενώ για τους Δυτικούς Χριστιανούς (ιδιαίτερα τους Προτεστάντες) η Γέννηση / τα Χριστούγεννα είναι πιο σημαντικά.

τῆς Valeria Z. Nollan

..................

Καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η κύρια λειτουργία της Ορθοδοξίας - η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου - περιλαμβάνει μουσικές υπενθυμίσεις της Ανάστασης. Σε κάθε λειτουργία η χορωδία ψάλλει δύο ύμνους στην Ανάσταση, και οι δύο είναι στον τόνο (συγκεκριμένη βασική μελωδία) της εβδομάδας. Αυτά είναι το Αναστάσιμο τροπάριο ( тропарь ) και το Αναστάσιμο κοντάκιο ( кондак ). Τόσο το τροπάριο όσο και το κοντάκι αντιπροσωπεύουν ελληνικές ποιητικές μορφές των πρώτων αιώνων του ανατολικού Χριστιανισμού, η λειτουργία των οποίων στην εκκλησιαστική λειτουργία εξελίχθηκε στο πέρασμα των αιώνων. Έτσι για τους πιστούς, σε κάθε Θεία Λειτουργία όλο το χρόνο υπάρχουν τουλάχιστον δύο συνεχείς υπενθυμίσεις της Ανάστασης.

Στον Δυτικό Χριστιανισμό, η έμφαση των ετήσιων κύκλων λατρείας δίνεται στη Γέννηση, παρά στην Ανάσταση. Οι λόγοι για αυτό είναι βαθιά ενσωματωμένοι στις διαφορές μεταξύ των θεολογικών παραδόσεων της Ανατολικής και της Δυτικής εκκλησίας. Αυτές οι διαφορές φτάνουν μέχρι την πρώτη χιλιετία, όταν το εκκλησιαστικό δόγμα που προέρχεται από την Ανατολική Ρωμαϊκή και τη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν λίγο πολύ ενοποιημένο (αν και άρχισαν να εμφανίζονται διαφορές). Ωστόσο, η αρχαία Ορθοδοξία και ο Καθολικισμός μοιράζονταν μια θεολογική βάση που διατήρησε την Ανάσταση ως το κέντρο της θρησκευτικής εμπειρίας και νοήματος.

Ξεκινώντας από τα συγγράμματα του θεολόγου Αυγουστίνου του Ιππώνος (354-430 Κ.Χ.) και επεκτείνοντας σε εκείνα του Άνσελμου του Καντέρμπουρυ (1033;-1109 Κ.Χ.), η κατανόηση του Δυτικού Χριστιανισμού για τη Γέννηση και την Ανάσταση άλλαξε από εκείνη της αρχικής Αποστολικής διδασκαλίας

Κατά τα χρόνια της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης (του Καθολικισμού), 1517-1648, οι θεολογικές αντιλήψεις του Αυγουστίνου κωδικοποιήθηκαν περαιτέρω και αποτέλεσαν τη βάση για τον τρόπο με τον οποίο οι σημερινοί Προτεστάντες βλέπουν αυτά τα δύο κομβικά γεγονότα στον Χριστιανισμό. Οι πατέρες της Μεταρρύθμισης, όπως ο Martin Luther (1483-1546) και ο John Calvin (1509-1564), συνέχισαν αυτή τη θεολογική γραμμή σκέψης. Ως αποτέλεσμα, η προτεσταντική αιτιολόγηση για το γιατί ενσαρκώθηκε ο Ιησούς διαφέρει σημαντικά από αυτή των Ορθοδόξων Χριστιανών, οι οποίοι διατήρησαν τις αντιλήψεις της παλαιάς εκκλησίας.

Η σκέψη του Αυγουστίνου έθετε την ύπαρξη ενός θυμωμένου Θεού, δηλαδή: η τιμή του Θεού προσβλήθηκε από την ανυπακοή του Αδάμ, και ως συνέπεια έστειλε τον Ιησού Χριστό να είναι ο τέλειος κατευνασμός της τιμής Του και της τάξης του σύμπαντος. Με άλλα λόγια, ο Ιησούς ως Υιός του Θεού δόθηκε στον προτεσταντικό κόσμο ως «πληρωμή» για να αποκατασταθεί η τιμή του Θεού με μια τέλεια θυσία. Η Γέννηση και η Ανάσταση θεωρούνται επομένως ως κατευνασμός του θυμού και της τιμής του Θεού. Λόγω της έλευσης του Ιησού στον κόσμο, όλοι μπορούν να λάβουν σωτηρία. Η γέννηση του Ιησού Χριστού στην αυγουστινιανή παράδοση αντιπροσωπεύει την κατανόηση ότι ο Θεός έδωσε τον Υιό Του στον κόσμο για να αποκαταστήσει την τάξη του σύμπαντος. Για τους Προτεστάντες, αν κάποιος πιστεύει στον Θεό, «σώζεται».


Αυτή η ερμηνεία είναι έξω από τη σφαίρα αυτού που δίδασκε η Ανατολική Εκκλησία
: Στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει «θυμωμένος Θεός» και ο λόγος του Θεού που έστειλε τον Υιό Του στον κόσμο δεν ήταν για κατευνασμό τιμής. Αντίθετα, ο Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο ως ο Νέος Αδάμ για να αποκαταστήσει την ανθρωπότητα και να προσφέρει τη σωτηρία. Αυτό το κρίσιμο σημείο ξεφεύγει από το προτεσταντικό μυαλό. Για τους Ορθοδόξους, η σωτηρία εκδηλώθηκε με την έλευση του Χριστού, αλλά κερδίζεται συνεχώς στη ζωή του ατόμου. Θεολογικά σωζόμαστε τρεις φορές: σωζόμαστε όταν βαπτιζόμαστε, σωζόμαστε όταν πεθάνουμε εν Χριστώ και σωζόμαστε στην Τελική Κρίση (επίσης γνωστή ως Δευτέρα Παρουσία). Η σωτηρία είναι μια συνεχής διαδικασία.

Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν βλέπουν τη Γέννηση ως την οριστικοποίηση της σωτηρίας του Θεού. Για μια βαθύτερη κατανόηση της Γέννησης χρειάζεται η Ορθόδοξη θεολογία: Στη Γέννηση ο Ιησούς Χριστός ως βρέφος δεν νίκησε τον θάνατο, αλλά πέτυχε αυτό το κατόρθωμα στο τέλος του χρόνου Του στον κόσμο. 

Ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του πέτυχε την αποκατάσταση της ανθρώπινης φύσης, και αυτή πραγματοποιείται ατομικά στη ζωή του κάθε ανθρώπου. Η υπέρτατη σημασία του Πάσχα για την Ορθόδοξη Χριστιανική θεολογία και η λαμπερή προσμονή που βιώνουν οι Ορθόδοξοι στη Ρωσία και σε όλο τον κόσμο κατά την περίοδο του Πάσχα πηγάζουν από την ιδέα ότι η ικανότητα του Ιησού Χριστού ως Θεού να νικήσει τον θάνατο εκπληρώνεται -- στην κάθοδό Του στην κόλαση και την υπέρβαση του θανάτου Του για να καταστεί δυνατή αυτή η υπέρβαση για όλη την ανθρωπότητα.

Για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς η Γέννηση είναι μια ήρεμη γιορτή που προηγείται νηστείας γνήσιας προσμονής για την Έλευση του Κυρίου. Στη Ρωσία, αυτή είναι μια πνευματική γιορτή που συνήθως δεν συνοδεύεται από την παροχή δώρων. Είναι ο καιρός για να αναλογιστεί κάποιος την εγγύτητά του με τον Θεό και την εμβάθυνση αυτής της σύνδεσης λόγω της γέννησης του Χριστού. Οι κοινοί χαιρετισμοί για τη Γέννηση είναι: Χριστός γεννάται! Δοξάσατε! Έτσι η Γέννηση διαχωρίζεται από την Πρωτοχρονιά στη Ρωσία, στην οποία αγοράζεται και στολίζεται ένα αειθαλές δέντρο και δίνονται δώρα για το νέο έτος.

Με τις δραστηριότητες του Ιησού Χριστού στον κόσμο - τη διακονία Του, τα θαύματα, τις διδασκαλίες σε παραβολές και άλλες μορφές, τις πράξεις Του και την αποδοχή του θελήματος του Θεού μέχρι την Ανάσταση - η σωτηρία της ανθρωπότητας γίνεται δυνατή και ολοκληρώνεται. Γι' αυτό στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, η παλαιά πίστη, είναι η Ανάσταση, και όχι η Γέννηση, που παραμένει το επίκεντρο του λειτουργικού ημερολογίου. 

Γι' αυτό κάθε χρόνο κατά τη διάρκεια των μακροχρόνιων ακολουθιών και Ακολουθιών του Σταυρού του Όρθρου, του Μεσονυκτίου και της Λειτουργίας αργά το απόγευμα του Σαββάτου που γίνεται το πρωί του Πάσχα, οι Ορθόδοξοι πιστοί έχουν υπόψη τους τα λόγια του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Ομιλία του 4ου αιώνα: «Ω θάνατε, πού είναι το κεντρί σου; Ω διάολε, πού είναι η νίκη σου; Χριστός Ανέστη και ανατράπηκες». Και η χορωδία ψάλλει : «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.».

Η Valeria Z. Nollan είναι πρώην πρόεδρος της Ένωσης για τη Μελέτη της Ανατολικής Χριστιανικής Ιστορίας και Πολιτισμού. Η μετάφρασή της του βιβλίου "The Philosophical Foundations of Integral Knowledge" του Ρώσου φιλοσόφου Vladimir Solovyov εκδόθηκε από την William B. Eerdmans Publishing Co. το 2008δια βίου Ρωσίδα Ορθόδοξη Χριστιανή, ήταν η κύρια ομιλήτρια για την 62 nd Commencement Exercises of Holy Trinity Seminary, Jordan Νέα Υόρκη το 2010.

Ἀπό : russian-faith.com

Ἀνάρτησις ἀφιερωμένη στήν Ῥωσσία καί στόν ἀγῶνα πού κάνει γιά τό καλό τῆς Ἀνθρωπότητος.


Ἡ Πελασγική

Πέμπτη 21 Απριλίου 2022

Ἡ Ὕβρις πρός τόν Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας,συνεχίζεται...


 

Γράφει ὁ Νῖκος Σταματάκης

Σε μια ακόμη οπισθοδρόμηση μετά τη βεβήλωση της από τους Τούρκους μετατρέποντάς τη σε τζαμί, αποκαλύφθηκε χθες ότι η Αυτοκρατορική Πύλη προς την Αγία Σοφία, η είσοδος που χρησιμοποιούσε μόνο ο Αυτοκράτορας, βανδαλίστηκε  ! 

Δεν περιμένουμε τίποτα, ούτε από τον «σουλτάνο» Ερντογάν ούτε από τους υποστηρικτές του στην Ουάσιγκτον: Τα τελευταία 70 χρόνια έχουν κανονίσει να χρησιμοποιηθεί το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ως γεωπολιτικό πιόνι χωρίς ΠΟΤΕ να ασκήσουν ΚΑΜΙΑ πίεση στην Τουρκία να τηρήστε, τουλάχιστον, κάποιο σεβασμό σε αυτό το μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς… 

Όσον αφορά τη θρησκευτική ελευθερία, το Κρατικό Τμήμα δεν έχει επιτύχει απολύτως ΤΙΠΟΤΑ τα τελευταία 50 χρόνια από τότε που έκλεισε η Θεολογική Σχολή της Χάλκης από τους Σουλτάνους της Άγκυρας…

Δεν θα κουραστώ να λέω ότι η μόνη σημαντική πρόοδος στα ορθόδοξα θρησκευτικά δικαιώματα στην Τουρκία ήταν το αποτέλεσμα της παρέμβασης της Ρωσίας, με την επαναλειτουργία του ιστορικού μοναστηριού της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο το 2015. Οφείλεται ειδικά στον Βλαντιμίρ Πούτιν και τον Ελληνορώσο επιχειρηματία Ιβάν Σαββίδη, που ζει τώρα στην Ελλάδα, και οι δύο πλέον στοχοποιούνται με ενδιαφέρον από τις κυρώσεις της Δύσης…

Ἀκολουθεῖ τό θέμα : 

Φήμες ότι η ζημιά προκλήθηκε σκόπιμα…

Από το κακό στο χειρότερο πάνε τα πράγματα για τον ιστορικό ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, καθώς, σαν να μην ήταν αρκετή η βεβήλωσή της από τους Τούρκους, που την έχουν μετατρέψει σε τζαμί, χτες κυκλοφόρησαν στα social media εικόνες από την ανεπανόρθωτη ζημιά που έχει υποστεί η περίφημη Αυτοκρατορική Πύλη του ναού.

Όπως ήταν φυσικό, οι εν λόγω αποκρουστικές εικόνες προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις, καθώς η Αυτοκρατορική Πύλη της Αγίας Σοφίας μετρά 1.400 χρόνια Ιστορίας

Σε σχετική ανάρτησή του στο Twitter, ο Σύνδεσμος Ιστορίας της Τέχνης καταγγέλλει ότι: «Ανακαλύψαμε ότι η ιστορική Αυτοκρατορική Πύλη της Αγίας Σοφίας βρίσκεται σε μία τέτοια κατάσταση και τη φωτογραφίσαμε, γύρω στις 20:45 σήμερα το βράδυ (18.04.2022)», παραθέτοντας και τη σχετική φωτογραφία. Η Ένωση στηλιτεύει, επίσης, την απάντηση του υπεύθυνου ασφαλείας του ναού, ο οποίος δήλωσε άγνοια για το περιστατικό.

διαβᾶστε ὀλόκληρο τό θέμα στό : helleniscope.com 

Ὕβρις-Ἄτη-Νέμεσις-Τίσις 

Εἶναι Συμπαντικός Νόμος. 


Ἡ Πελασγική

Μεγάλη Πέμπτη. Κόκκινη Πέμπτη.


Μεγάλη Πέμπτη. Κόκκινη Πέμπτη. 

Ή Πέμπτη πού τ' αυγά βάφονται κόκκινα. Στήν μνήμη τού αίματος τού εσταυρωμένου Χριστού... όπως αυτό τής ανθρωπότητος πού σταυρώνεται κάθε ημέρα στόν μόχθο, αυτό πού τής «πίνουν» οί εξουσιαστές, τό αίμα πού χύνεται στούς πολέμους τού χθές , τού σήμερα, τού αύριο, στό αίμα πού μέσα του μεταφέρει τήν ζωή καί τό καταπίνει ή γή πού διψάει αχόρταγα νά ξαναπάρει πίσω τά στοιχεία της καί ή ψυχή νά επιστρέψει στό φώς από τό οποίο προήρθε... καί ό κόσμος θά συνεχίσει νά κάνει τούς κύκλους του...


Πολύ ὄμορφα τά ἔγραψες Σοφία ! 


Ἡ Πελασγική 

Τετάρτη 20 Απριλίου 2022

Προβοκάτσια ἀνήμερα τοῦ Πάσχα ἑτοιμάζει τό Κίεβο

Τό ὀρθόδοξο μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Μιχαήλ,στό Κίεβο ( ἐδῶ)

Το Κίεβο σχεδιάζει βομβαρδισμούς σε εκκλησίες το βράδυ του Πάσχα — Υπουργείο Άμυνας της Ρωσίας

Το Κίεβο, με την υποστήριξη της Δύσης, σχεδιάζει να οργανώσει προβοκάτσιες που περιλαμβάνουν βομβαρδισμούς σε ορθόδοξες εκκλησίες σε ορισμένες περιοχές της Ουκρανίας το βράδυ του Πάσχα, δήλωσε τη Δευτέρα ο επικεφαλής του Κέντρου Διαχείρισης Εθνικής Άμυνας της Ρωσίας, στρατηγός Μιχαήλ Μιζίντσεφ.

«Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, το καθεστώς του Κιέβου, που υποστηρίζεται από μια σειρά δυτικών χωρών, ολοκληρώνει τις προετοιμασίες για επινοημένες προκλήσεις που περιλαμβάνουν πολλά θύματα στις περιοχές Zaporozhye, Nikolaev, Odessa, Sumy και Kharkov», δήλωσε ο Mizintsev, επικεφαλής του διυπηρεσιακού κέντρου συντονισμού της Ρωσίας για ανθρωπιστική απάντηση στην Ουκρανία.


Σύμφωνα με τον ίδιο, εθνικιστικά τάγματα έχουν σχηματίσει πάνω από 70 κινητές ομάδες σε φορτηγά,ημιφορτηγά  και οχήματα εκτός δρόμου εξοπλισμένα με όλμους. Ο Μιζίντσεφ σημείωσε ότι αυτές οι ομάδες «ανέλαβαν να βομβαρδίσουν ορθόδοξες εκκλησίες τη νύχτα του Πάσχα (τη νύχτα 23-24 Απριλίου 2022) προκειμένου να κατηγορήσουν τα ρωσικά στρατεύματα για τη διάπραξη μαζικών δολοφονιών αμάχων σε αυτήν την ιερή γιορτ ή», τόνισε ο στρατηγός.

Ο Μιζίντσεφ πρόσθεσε ότι το Κίεβο προσπάθησε επίσης να εμπλέξει δυτικούς ρεπόρτερ για να δείξουν "ωμότητες που διαπράχθηκαν από Ρώσους" και να "διαφημίσουν αμέσως" ψεύτικες ιστορίες. «Τα σχέδια των ουκρανικών αρχών να κάνουν τέτοιες προκλήσεις καθιστούν σαφές ότι δεν νοιάζονται καθόλου για τους δικούς τους ανθρώπους», τόνισε ο επικεφαλής του Κέντρου Διαχείρισης Εθνικής Άμυνας της Ρωσίας.

Ἀπό : tass.com    

Εὐχαριστοῦμε τόν «ἀγανακτησμένο πολίτη»,γιά τήν εἴδηση. ( ἐδῶ)

Μετά τήν ἀποκάλυψη ἀπό τόν Ῥῶσσο Στρατηγό,ἐλπίζουμε νά ἔχουν ἀποτραπεῖ ὁλοκληρωτικά τέτοιες ἐνέργειες καί οἱ χριστιανοί νά ἑορτάσουν τό Ἅγιον Πάσχα,μέ τήν ἱερότητα καί λαμπρότητα πού πρέπει. Τόσο στήν Ῥωσσία ὅσο καί στήν Οὐκρανία ὅπως καί σ᾿ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Χριστιανικές χῶρες.


Ἡ Πελασγική


Τρίτη 19 Απριλίου 2022

Ναί,ὑπάρχουν κι᾿αὐτά...


 3ο Συνέδριο συριζα,μέ ἐπίκεντρο ὁ «ἐκλεκτός» καλεσμένος τους : ὁ σκοπιανός Ζάεφ ! 

 Πῶς νά τό χαρακτηρίσω; Χμμ...

Τ᾿ἀφήνω στό ἀναγνωστικό κοινό ! 



Καί τέλος : 

Οἱ φωτό ἀπό : ἐδῶ,ἐδῶ,ἐδῶ,ἐδῶ,ἐδῶ,ἐδῶ,έδῶ,ἐδῶ,ἐδῶ,ἐδῶ  

Κι᾿ἐλπίζω ὅλο αὐτό νά μήν ἔχῃ ἐπιρροή στόν ὕπνο...


Ἡ Πελασγική

Μωραίνει Κύριος ὅν βούλεται ἀπολέσαι

 Ὕβρις → Ἄτη → Νέμεσις → Τίσις  

Νομίζουν πώς μποροῦν ν᾿ἀντικαταστήσουν τόν Θεό ! 

Νέα καμπάνια θέλει νά γνωρίζετε πώς καί τά τράνς ἄτομα ἔχουν περίοδο

Εύριπίδης  -  Αὐτόν πού θέλουν νά καταστρέψουν οἱ θεοί,τόν τρελλαίνουν 

 Ομιλητής του WEF Yuval Harari: "Η επόμενη φάση είναι η επιτήρηση που περνά κάτω από το δέρμα μας. Αποκτούμε θεϊκές δυνάμεις"


 " Ο Covid είναι κρίσιμος, γιατί είναι αυτός πού έπεισε τους ανθρώπους να αποδεχτούν, να νομιμοποιήσουν την πλήρη βιομετρική επιτήρηση... Η επόμενη φάση είναι η επιτήρηση που περνά κάτω από το δέρμα μας... Αποκτούμε πραγματικά θεϊκές δυνάμεις"

 "Η ελεύθερη βούληση τελείωσε"

( Τά βίντεο ἐδῶ κι᾿ἐδῶ

( Ἀπό : henrymakow.com


Ἡ Πελασγική

«Τά δυτικά μμε λένε ψέματα γιά τό τί συμβαίνει στήν Οὐκρανία γιά νά ἐφαρμόσουν τήν δική τους ἀτζέντα »

 Ὀλλανδή δημοσιογράφος στό Ντονμπάς : «Τά δυτικά μμε λένε ψέματα γιά τό τί συμβαίνει στήν Οὐκρανία»

Μία Ολλανδή δημοσιογράφος που βρίσκεται στην Ουκρανία έχει ένα επείγον μήνυμα για τον δυτικό κόσμο: Σταματήστε να πιστεύετε τις ψεύτικες ειδήσεις και τα ατελείωτα ψέματα που σας σερβίρονται από τα συστημικά μέσα ενημέρωσης.


(Το άρθρο του Baxter Dmitry αναδημοσιεύτηκε από το NewsPunch.com )

Σύμφωνα με τη Sonja van den Ende, μια ανεξάρτητη δημοσιογράφο από το Ρότερνταμ της Ολλανδίας, τα συστημικά μέσα ενημέρωσης « λένε συνεχώς ψέματα για τα πάντα μόνο και μόνο για να εφαρμόσουν τη δική τους ατζέντα».

Σε αντίθεση με τους mainstream hacks των μέσων ενημέρωσης που αναφέρουν τον πόλεμο από τα άνετα στούντιο εκπομπής τους στις δυτικές πρωτεύουσες, η  Van den Ende κάνει ρεπορτάζ από την Ουκρανία και παρακολουθεί πώς εκτυλίσσεται η ρωσική στρατιωτική επιχείρηση στο έδαφος και με τα δικά της μάτια.

Η Van den Ende λέει ότι υπάρχουν « μόνο λίγοι » δυτικοί δημοσιογράφοι στο έδαφος στο hotspot του Donbass, στην Ουκρανία, ενώ ο δυτικός τύπος «εγκρίνει ψεύτικες ειδήσεις » σχετικά με την ουκρανική κρίση χρησιμοποιώντας τα ίδια πρότυπα που χρησιμοποιούσε στο παρελθόν. Ιράκ, Αφγανιστάν και Συρία.

Απογοητευμένη από τα κύρια ψέματα των μέσων ενημέρωσης, η Van den Ende ταξίδεψε στις αποσχισμένες περιοχές του Ντόνετσκ και των Λαϊκής Δημοκρατίας του Λουγκάνσκ και έγινε ανταποκρίτρια ρεπόρτερ του ρωσικού στρατού για να δει τι πραγματικά συμβαίνει στην Ουκρανία.

Ο ήχος του βομβαρδισμού και της έκρηξης δεν την φοβίζει πλέον. Πριν από επτά χρόνια, η van den Ende εργάστηκε στη Συρία, μήνες πριν οι Ρώσοι παρέμβουν μετά από αίτημα του Σύρου προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ και καταστρέψουν το ISIS, αλλάζοντας το ρεύμα του εμφυλίου πολέμου. Λέει ότι οι παραλληλισμοί μεταξύ της κάλυψης των δυτικών κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης για τις συγκρούσεις στη Συρία και την Ουκρανία είναι εντυπωσιακοί.

« Λένε συνεχώς ψέματα για τα πάντα μόνο και μόνο για να εφαρμόσουν τη δική τους ατζέντα », είπε η Van den Ende. Όπως στη Συρία, ο Πρόεδρος Άσαντ ήταν « ο δολοφόνος» και τώρα ο Πρόεδρος Πούτιν είναι «ο χασάπης». Είχαν χρησιμοποιήσει αυτό το σενάριο για πολλά χρόνια στο Ιράκ, τη Βενεζουέλα και [άλλες] χώρες που δεν συμμορφώνονται με την ατζέντα τους. χρειάζονται έναν κακό «άνθρωπο». Αλλά αυτά (τα μέσα) δεν είναι καν εκεί στην εμπόλεμη περιοχή, δεν μπορούν να κρίνουν. Μόνο μια χούφτα δημοσιογράφων από τη Δύση είναι εδώ: ο Γκράχαμ Φίλιπς, ο Πάτρικ Λάνκαστερ, η Αν-Λορ Μπονέλ κι᾿ εγώ .

Αυτός δεν είναι ο μόνος εντυπωσιακός παραλληλισμός, σύμφωνα με την Ολλανδή δημοσιογράφο. Έχει επιστήσει την προσοχή στις ψεύτικες αναφορές του Κιέβου και στις επιχειρήσεις «ψευδούς σημαίας», συμπεριλαμβανομένης της περιβόητης φάρσας του Snake Island, της διαφημιστικής εκστρατείας για την υποτιθέμενη «επίθεση» της Ρωσίας στον πυρηνικό σταθμό του Zaporozhye (NPP), την απομυθοποιημένη πλέον ιστορία του «χτύπημα» της Ρωσίας σε Νοσοκομείο της Μαριούπολης και η πιο πρόσφατη προβοκάτσια της Bucha.

Η Van den Ende λέει ότι οι ουκρανικοί ισχυρισμοί και η παραπληροφόρηση των δυτικών μέσων ενημέρωσης μοιάζουν με ψεύτικες σημαίες των τζιχαντιστών στη Συρία και τις οργανωμένες «επιθέσεις με αέριο» των Λευκών Κράνων.

Υπενθυμίζει συγκεκριμένα τη χημική πρόκληση στις 4 Απριλίου 2017 στο Khan Sheikhun της Idlib, η οποία απομυθοποιήθηκε από ερευνητές ρεπόρτερ, συμπεριλαμβανομένου του βραβευμένου με Πούλιτζερ δημοσιογράφου Seymour Hersh.

« Το ίδιο συνέβη και στο Bucha », λέει η Ολλανδός δημοσιογράφος. « Πολλοί μάρτυρες λένε ότι ο ρωσικός στρατός έφυγε στις 30 Μαρτίου. Ακόμη και ο ουκρανικός στρατός που ήρθε την 1η Απριλίου δεν ανέφερε για πτώματα στους δρόμους. Αυτό συνέβη στις 3 Απριλίου, σύμφωνα με τα δυτικά μέσα ενημέρωσης. Επίσης, τα στοιχεία λένε ότι τα σώματα είχαν λευκά περιβραχιόνια, το σήμα του ρωσικού στρατού, οι στρατιώτες τα φορούσαν. Δηλαδή οι στρατιώτες σκοτώνουν τους Ρώσους Ουκρανούς; Με τιποτα."

Ο ουκρανικός νεοναζισμός δεν είναι μύθος

Η Van den Ende μίλησε με πολλούς Ουκρανούς πολίτες ενώ ταξίδευε στο Donbass. Λέει ότι σχεδόν όλοι καταδίκασαν το καθεστώς του Ζελένσκι στο Κίεβο επειδή απαγόρευσε τη ρωσική γλώσσα και τους στέρησε πολλά πολιτιστικά και εγχώρια ανθρώπινα δικαιώματα.

« Η πλειοψηφία των ανθρώπων με τους οποίους μίλησα ήταν πολύ χαρούμενοι που ξεκίνησε η [ρωσική ειδική] επιχείρηση », λέει η Ολλανδή δημοσιογράφος. « Φυσικά, κανείς δεν θέλει τη βία και τον πόλεμο, αλλά υποφέρουν ήδη οκτώ χρόνια από τον πόλεμο, τη σφαγή και την καταστροφή από τις ουκρανικές δυνάμεις. Τα χειρότερα ήταν τα ναζιστικά τάγματα, που πολεμούσαν μαζί με τον τακτικό στρατό. ”

Ο ουκρανικός νεοναζισμός δεν είναι μύθος, επιμένει η van den Ende. Όταν επισκέφτηκε το ουκρανικό λιμάνι της Οδησσού το 2016 και το 2017, σημείωσε το φασιστικό αίσθημα που εξαπλώνεται σε όλο το έθνος από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι ιδεολογικοί διάδοχοι του Stepan Bandera, της Οργάνωσης Ουκρανών Εθνικιστών (OUN), της 14ης Μεραρχίας Εθελοντών SS «Γαλικία» και του τάγματος Nachtigall πέρασαν στην παρανομία κατά τη σοβιετική περίοδο. Ωστόσο, μετά από πολλά χρόνια αυτές οι δυνάμεις έχουν αναδυθεί ξανά από τη σκιά και τώρα οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η ΕΕ τις χρησιμοποιούν για να αποσταθεροποιήσουν την Ουκρανία, λέει.

Η  Sonja van den Ende λέει πως τα δυτικά κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης « λένε συνεχώς ψέματα για τα πάντα μόνο και μόνο για να εφαρμόσουν τη δική τους ατζέντα».

Ο τρόπος με τον οποίο αυτοί οι δυτικοί γεωπολιτικοί παράγοντες χρησιμοποιούν τους Ναζί μοιάζει πολύ με τον τρόπο που ο Ομπάμα χρησιμοποίησε το ISIS για να αποσταθεροποιήσει τη Συρία και να ανατρέψει τον Άσαντ, λέει η δημοσιογράφος.

Σύμφωνα με την van den Ende, μετά την πραγματοποίηση ενός πραξικοπήματος το 2014 στην Ουκρανία, η μειοψηφία των νεοναζί κατέλαβε την εξουσία και τρομοκρατούσε το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής περιοχής της χώρας χρησιμοποιώντας μοχθηρές και σκληρές μεθόδους ναζιστικού τύπου τα τελευταία οκτώ. χρόνια.

Η Δύση προσπαθεί συνεχώς να κατηγορήσει τη Ρωσία για όλες τις ζημιές που προκλήθηκαν στα ουκρανικά χωριά και πόλεις. Ωστόσο, αυτόπτες μάρτυρες από την Ανατολική Ουκρανία λένε ότι οι περισσότερες καταστροφές στις περιοχές αμάχων προκλήθηκαν από τον υποχωρούντα ουκρανικό στρατό και τους νεοναζιστικούς σχηματισμούς, συμπεριλαμβανομένων των διαβόητων Ταγμάτων Αζόφ, σύμφωνα με την Ολλανδή δημοσιογράφο. Εκτός από τη χρήση πολιτικών εγκαταστάσεων ως ασπίδες, ο ουκρανικός στρατός αναφέρεται ότι βομβάρδισε αδιακρίτως τις θέσεις που άφησαν και παραχώρησαν στις ρωσικές δυνάμεις.

Για να καταδείξει την άποψή της, η van den Ende περιγράφει τον βομβαρδισμό ενός νοσοκομείου στη Volnovakha, στη Λαϊκή Δημοκρατία του Ντόνετσκ. Το κτίριο δεν βομβαρδίστηκε από αέρος, αλλά δέχθηκε επίθεση με χειροβομβίδες και ρουκέτες, λέει, επικαλούμενη έναν κάτοικο της Volnovakha.

Η Δύση ισχυρίζεται ότι βομβαρδίστηκε από τους Ρώσους, αλλά όπως μου είπε μια κυρία, που δούλευε εκεί όλη της τη ζωή και ότι ο Ουκρανός [στρατιωτικός στρατος] –που ήταν κλεισμένος στο νοσοκομείο– βομβάρδισε και κατέστρεψε την εγκατάσταση και το σπίτι της. ήταν δίπλα στο νοσοκομείο.

Σύμφωνα με την Ολλανδή δημοσιογράφο, οι Ανατολικοί Ουκρανοί αντιμετωπίζονται πολύ καλά από τον ρωσικό στρατό και λαμβάνουν τακτικά ανθρωπιστική βοήθεια στις περισσότερες τοποθεσίες. Επιπλέον, οι ντόπιοι λένε ότι επιτέλους νιώθουν προστατευμένοι, προσθέτει.

Σφοδρές μάχες μεταξύ των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων και των ταγμάτων νεοναζί από τη μία πλευρά και των υποστηριζόμενων από τη Ρωσία πολιτοφυλακών DPR και LPR από την άλλη πλευρά άφησαν πολλά σπίτια ερείπια. Ωστόσο, οι κάτοικοι του Ντονμπάς δεν τα έβαλαν κάτω, τονίζει η δημοσιογράφος.

«Όπως είπε μια γυναίκα: «Είμαστε δυνατοί, μπορούμε να το ξαναχτίσουμε, για να έχουν ειρήνη τα παιδιά και τα εγγόνια μας », σημειώνει η van den Ende.

Η Ρωσία χάνει έναν πόλεμο πληροφοριών;

Ορισμένοι παρατηρητές υποστηρίζουν ότι η Ρωσία χάνει τον πόλεμο πληροφοριών με τη Δύση. Η μηχανή Western Big Media λειτουργεί μέρα και νύχτα με την υποστήριξη της Big Tech, ενώ τα περισσότερα ρωσικά ειδησεογραφικά πρακτορεία είτε έχουν λογοκριθεί είτε έχουν φιμωθεί πλήρως στις δυτικές χώρες.

«Όχι, η Ρωσία δεν χάνει εντελώς τον πόλεμο της πληροφορίας», υποστηρίζει η van den Ende. «Νομίζω ότι εξαρτάται από εμάς, τους λίγους Δυτικούς, να ξυπνήσουμε την πλειοψηφία των Δυτικών που ακόμα κοιμούνται και βομβαρδίζονται με ψεύτικες ειδήσεις και επινοημένες ιστορίες μέρα με τη μέρα».

Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτή η σύγκρουση υποκινείται από τους δυτικούς πολιτικούς καταρχάς, λέει ο Ολλανδός δημοσιογράφος. Σύμφωνα με αυτήν, η Δύση έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα στη Συρία, αλλά τελικά έχασε εκείνον τον πόλεμο.

Ο κόσμος αλλάζει και το δυτικό κατεστημένο δεν έχει ακόμη συμφιλιωθεί με την αναδυόμενη πολυπολική παγκόσμια τάξη πραγμάτων, σύμφωνα με την van den Ende. Σημειώνει ότι ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν περιέγραψε την αρχή αυτής της αλλαγής στην ομιλία του στο Μόναχο το 2007.

Αν και οι ελίτ της παγκοσμιοποίησης επέλεξαν να αγνοήσουν τα λόγια του εκείνη την εποχή, είναι πλέον προφανές ότι μια μονοπολική Νέα Παγκόσμια Τάξη έχει φύγει οριστικά, καταλήγει η δημοσιογράφος.

Ἀπό ἐδῶ


Ἡ Πελασγική