" ...μητρός τε καί πατρός καί τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν πατρίς καί σεμνότερον καί ἁγιώτερον καί ἐν μείζονι μοίρᾳ καί παρά θεοῖς καί παρ᾽ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσι..." Σωκράτης

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Ἡ θάλασσα


Ὁ πατέρας μου -μύρο τὸ κῦμα ποὺ τὸν τύλιξε- δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ μὲ κάμει ναυτικό.

- Μακριά, ἔλεγε, μακριά, παιδί μου, ἀπὸ τ᾿ ἄτιμο στοιχειό! Δὲν ἔχει πίστη, δὲν ἔχει ἔλεος. Λάτρεψέ την ὅσο θές, δόξασέ την, ἐκείνη τὸ σκοπό της. Μὴν κοιτᾷς ποὺ χαμογελᾷ, ποὺ σοῦ τάζει θησαυρούς. Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ σοῦ σκάψῃ τὸ λάκκο ἢ θὰ σὲ ρίξῃ πετσὶ καὶ κόκαλο, ἄχρηστο στὸν κόσμο.

Καὶ τὰ ἔλεγε αὐτὰ ἄνθρωπος, ποὺ ἔφαγε τὴ ζωή του στὸ καράβι, ποὺ ὁ πατέρας, ὁ πάππος, ὁ πρόπαππος, ὅλοι ὡς τὴ ρίζα τῆς γενιᾶς ξεψύχησαν στὸ παλαμάρι. Μὰ δὲν τὰ ἔλεγε μόνο αὐτός, ἀλλὰ κι ἄλλοι γέροντες τοῦ νησιοῦ, οἱ ἀπόμαχοι τῶν ἀρμένων τώρα, καὶ οἱ νεότεροι, ποὺ εἶχαν ἀκόμη τοὺς κάλους στὰ χέρια, ὅταν κάθιζαν στὸν καφενὲ νὰ ρουφήξουν τὸ ναργιλέ, κουνοῦσαν τὸ κεφάλι καὶ στενάζοντας ἔλεγαν:

- Ἡ θάλασσα δὲν ἔχει πιὰ ψωμί. Ἂς εἶχα ἕνα κλῆμα στὴ στεριὰ καὶ μαύρη πέτρα νὰ ρίξω πίσω μου.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς πολλοί τους ὄχι κλῆμα, ἀλλὰ νησὶ ὁλάκερο μποροῦσαν ν᾿ ἀποκτήσουν μὲ τὰ χρήματά τους. Μὰ ὅλα τὰ ἔριχναν στὴ θάλασσα. Παράβγαιναν ποιὸς νὰ χτίσει μεγαλύτερο καράβι, ποιὸς νὰ πρωτογίνῃ καπετάνιος. Κι ἐγώ, ποὺ ἄκουα συχνὰ τὰ λόγια τους καὶ τὰ ἔβλεπα τόσο ἀσύμφωνα μὲ τὰ ἔργα τους, δὲν μποροῦσα νὰ λύσω τὸ μυστήριο. Κάτι, ἔλεγα, θεϊκὸ ἐρχόταν κι ἔσερνε ὅλες ἐκεῖνες τὶς ψυχὲς καὶ τὶς γκρέμιζε ἄβουλες στὰ πέλαγα, ὅπως ὁ τρελοβοριᾶς τὰ στειρολίθαρα.

Ἀλλὰ τὸ ἴδιο κάτι μ᾿ ἔσπρωχνε κι ἐμένα ἐκεῖ. Ἀπὸ μικρὸς τὴν ἀγαποῦσα τὴ θάλασσα. Τὰ πρῶτα βήματά μου, νὰ εἰπεῖς, στὸ νερὸ τὰ ἔκαμα. Τὸ πρῶτο μου παιχνίδι ἦταν ἕνα κουτὶ ἀπὸ λουμίνια μ᾿ ἕνα ξυλάκι ὀρθὸ στὴ μέση γιὰ κατάρτι, μὲ δυὸ κλωστὲς γιὰ παλαμάρια, ἕνα φύλλο χαρτὶ γιὰ πανάκι καὶ μὲ τὴν πύρινη φαντασία μου ποὺ τὸ ἔκανε μπάρκο τρικούβερτο. Πῆγα καὶ τὸ ἔριξα στὴ θάλασσα μὲ καρδιοχτύπι. Ἂν θέλεις, ἤμουν κι ἐγὼ ἐκεῖ μέσα. Μόλις ὅμως τὸ ἀπίθωσα, καὶ βούλιαξε στὸν πάτο. Μὰ δὲν ἄργησα νὰ κάμω ἄλλο μεγαλύτερο ἀπὸ σανίδια. Ὁ ταρσανὰς γιὰ τοῦτο ἦταν στὸ λιμανάκι τοῦ Ἅϊ-Νικόλα. Τὸ ἔριξα στὴ θάλασσα καὶ τ᾿ ἀκολούθησα κολυμπώντας ὡς τὴν ἐμπατὴ τοῦ λιμανιοῦ, ποὺ τὸ πῆρε τὸ ρέμα μακριά. Ἀργότερα ἔγινα πρῶτος στὸ κουπί, στὸ κολύμπι πρῶτος, τὰ λέπια μοῦ ἔλειπαν.

- Μωρὲ γειά σου, κι ἐσὺ θὰ μᾶς ντροπιάσῃς ὅλους! ἔλεγαν οἱ γεροναῦτες, ὅταν μ᾿ ἔβλεπαν νὰ τσαλαβουτῶ σὰν δέλφινας.

Ἐγὼ καμάρωνα καὶ πίστευα νὰ δείξω προφητικὰ τὰ λόγια τους. Τὰ βιβλία -πήγαινα στὸ Σχολαρχεῖο θυμοῦμαι- τὰ ἔκλεισα γιὰ πάντα. Τίποτα δὲν ἔβρισκα μέσα νὰ συμφωνῇ μὲ τὸν πόθο μου. Ἐνῷ ἐκεῖνα ποὺ εἶχα γύρω μου, ψυχωμένα κι ἄψυχα, μοῦ ἔλεγαν μύρια. Οἱ ναῦτες μὲ τὰ ἡλιοκαμένα τους πρόσωπα καὶ τὰ φανταχτερὰ ρούχα, οἱ γέροντες μὲ τὰ διηγήματά τους, τὰ ξύλα μὲ τὴ χτυπητὴ κορμοστασιά, οἱ λυγερές με τὰ τραγούδια τους:

"Ὄμορφος πού ῾ναι ὁ γεμιτζὴς ὅταν βραχεῖ κι ἀλλάξει καὶ βάλει τ᾿ ἄσπρα ροῦχα του καὶ στὸ τιμόνι κάτσει."

Τὸ ἄκουα ἀπὸ τὴν κούνια μου κι ἔλεγα πὼς ἦταν φωνὴ τοῦ νησιοῦ μας, ποὺ παρακινοῦσε τοὺς ἄντρες στὴ θαλασσινὴ ζωή. Ἔλεγα πότε κι ἐγὼ νὰ γίνω γεμιτζὴς καὶ νὰ κάτσω θαλασσοβρεμένος στὸ τιμόνι. Θὰ γινόμουν ὄμορφος τότε, παλίκαρος σωστός· θὰ μὲ καμάρωνε τὸ νησί! Ναί, τὴν ἀγαποῦσα τὴ θάλασσα! Τὴν ἔβλεπα νὰ ἁπλώνεται ἀπὸ τ᾿ ἀκρωτήρι ὡς πέρα, πέρα μακριά, νὰ χάνεται οὐρανοθέμελα σὰν ζαφειρένια πλάκα στρωτή, βουβὴ καὶ πάσχιζα νὰ μάθω τὸ μυστικό της. Τὴν ἔβλεπα, ὀργισμένη ἄλλοτε, νὰ δέρνῃ μὲ ἀφροὺς τ᾿ ἀκρογιάλι, νὰ καβαλικεύῃ τὰ χάλαρα, νὰ σκαλώνῃ στὶς σπηλιές, νὰ βροντᾷ καὶ νὰ ἠχάει, λὲς καὶ ζητοῦσε νὰ φθάσῃ στὴν καρδιὰ τῆς γῆς, γιὰ νὰ σβήσῃ τὶς φωτιές της. Κι ἔτρεχα μεθυσμένος νὰ παίξω μαζί της, νὰ τὴ θυμώσω, νὰ τὴν ἀναγκάσω νὰ μὲ κυνηγήσει, νὰ νιώσω τὸν ἀφρό της ἐπάνω μου, ὅπως πειράζομε ἁλυσοδεμένα τ᾿ ἀγρίμια. Κι ὅταν ἔβλεπα καράβι νὰ σηκώνῃ τὴν ἄγκυρα, νὰ βγαίνῃ ἀπὸ τὸ λιμάνι καὶ ν᾿ ἀρμενίζῃ στ᾿ ἀνοιχτά, ὅταν ἄκουα τὶς φωνὲς τῶν ναυτῶν ποὺ γύριζαν τὸν ἀργάτη, καὶ τὰ κατευοδώματα τῶν γυναικῶν, ἡ ψυχή μου πετοῦσε θλιβερὸ πουλάκι ἐπάνω του. Τὰ σταχόμαυρα πανιά, τὰ ὁλοφούσκωτα, τὰ σκοινιὰ τὰ κοντυλογραμμένα, τὰ πόμολα ποὺ ἄφηναν φωτεινὴ γραμμὴ ψηλά, μ᾿ ἔκραζαν νὰ πάω μαζί τους, μοῦ ἔταζαν ἄλλους τόπους, ἀνθρώπους ἄλλους, πλούτη, χαρές. Καὶ νυχτοήμερα ἡ ψυχή μου κατάντησε ἄλλον πόθο νὰ μὴν ἔχῃ παρὰ τὸ ταξίδι. Ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἐρχόταν πικρὸ χαμπέρι στὸ νησὶ καὶ ὁ πνιγμὸς πλάκωνε τὶς ψυχὲς ὅλων καὶ χυνόταν βουβὴ ἡ θλίψη ἀπὸ τὰ ζαρωμένα μέτωπα ὡς τ᾿ ἄψυχα λιθάρια τῆς ἀκρογιαλιᾶς, ὅταν ἔβλεπα τὰ ὀρφανοπαίδια στοὺς δρόμους καὶ τὶς γυναῖκες μαυροφόρες, ὅταν ἄκουα νὰ διηγοῦνται ναυαγοὶ τὸ μαρτύριό τους, πεῖσμα μ᾿ ἔπαινε ποὺ δὲν ἤμουν κι ἐγὼ μέσα, πεῖσμα καὶ σύγκρυο μαζί.

Δὲν κρατήθηκα περισσότερο. Ἔλειπε ὁ πατέρας μὲ τὴ σκούνα στὸ ταξίδι. Μίσευε κι ὁ καπετὰν Καλιγέρης ὁ θεῖος μου γιὰ τὴ Μαύρη θάλασσα. Τοῦ ἔπεσα στὸ λαιμό, τὸν παρακάλεσε κι ἡ μάνα μου ἀπὸ φόβο μὴν ἀρρωστήσω, μὲ πῆρε μαζί του.

- Θὰ σὲ πάρω, μοῦ λέει, μὰ θὰ δουλέψεις, τὸ καράβι θέλει δουλειά. Δὲν εἶναι ψαρότρατα νά ῾χεις φαῒ καὶ ὕπνο.

Τὸν φοβόμουνα πάντα τὸ θεῖο μου. Ἦταν ἄγριος καὶ κακὸς σ᾿ ἐμένα, ὅπως καὶ στοὺς ναῦτες του. Κάλλιο σκλάβος στ᾿ Ἀλιτζέρι - παρὲ μὲ τὸν Καλιγέρη, ἔλεγαν, γιὰ νὰ δείξουν τὴν ἀπονιά του. Κι ὁ λόγος του πάντα προσταγή. Μόνον ἀπελπισμένοι πήγαιναν στὴ δούλεψή του. Μὰ ὁ μαγνήτης ποὺ ἔσερνε τὴν ψυχή μου, ἔκαμε νὰ τὰ λησμονήσω ὅλα. Νὰ πατήσω μία στὴν κουβέρτα, ἔλεγα, καὶ δουλειὰ ὅση θές.

Ἀληθινὰ ρίχτηκα στὴ δουλειὰ μὲ τὰ μοῦτρα. Ἔκαμα παιχνίδι τὶς ἀνεμόσκαλες. Ὅσο ψηλότερα ἡ δουλειά, τόσο πρόθυμος ἐγώ. Μπορεῖ ὁ θεῖος μου νὰ ἤθελε νὰ παιδευτῶ ἀπὸ τὴν ἀρχή, γιὰ νὰ μετανιώσω. Ἀπὸ τὴν πλύση τῆς κουβέρτας στὸ ξύσιμο, ἀπὸ τὸ ράψιμο τῶν πανιῶν στῶν σκοινιῶν τὸ πλέξιμο, ἀπὸ τὸ λύσιμο τῶν ἀρμένων στὸ δέσιμο. Τώρα στὴν τρόμπα, τώρα στὸν ἀργάτη, φόρτωμα, ξεφόρτωμα, καλαφάτισμα, χρωμάτισμα - πρῶτος ἐγώ. Πρῶτος; Πρῶτος! τί μ᾿ ἔμελε; Μοῦ ἔφτανε πὼς ἀνέβαινα ψηλὰ στὴ σταύρωση κι ἔβλεπα κάτω τὴ θάλασσα νὰ σκίζεται καὶ νὰ πισωδρομῇ ὑποτακτική μου. Τὸν ἄλλον κόσμο, τοὺς στεριανούς, μὲ θλίψη τοὺς ἔβλεπα.

- Ψέ!... ἔλεγα μὲ περιφρόνηση. Ζοῦνε τάχα κι ἐκεῖνοι!...

« Ἡ θάλασσα » (ἀπόσπασμα)Ἀπό τήν συλλογή :  "Τὰ Λόγια τῆς Πλώρης",τοῦ  Ἀνδρέα Καρκαβίτσα (κείμ. Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας Β´ Γυμν.).

( ἀπό ἐδῶ )

φωτό,φωτό,φωτό 

Rod Stewart - Beyond the Sea

Mireille Mathieu - La mer

« Μία πίκρα » 

Τὰ πρῶτα μου χρόνια τ’ ἀξέχαστα τά ’ζησα 
κοντὰ στ’ ἀκρογιάλι, 
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη, 
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη. 

Καὶ κάθε φορὰ ποὺ μπροστά μου ἡ πρωτάνθιστη 
ζωούλα προβάλλει, 
καὶ βλέπω τὰ ὀνείρατα κι᾿ ἀκούω τὰ μιλήματα 
τῶν πρώτῳν μου χρόνῳν κοντὰ στ’ ἀκρογιάλι, 

στενάζεις, καρδιά μου, τὸ ἴδιο ἀναστέναγμα: 
Νὰ ζοῦσα καὶ πάλι 
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη, 
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη. 

Μιὰ μένα εἶν’ ἡ μοῖρα μου, μιὰ μένα εἶν’ ἡ χάρη μου, 
δὲ γνώρισα κι ἄλλη: 
Μιὰ θάλασσα μέσα μου σὰ λίμνη γλυκόστρωτη 
καὶ σὰν ὠκιανὸς ἀνοιχτὴ καὶ μεγάλη. 

Καὶ νά! μὲσ’ στὸν ὕπνο μου τὴν ἔφερε τ’ ὄνειρο 
κοντά μου καὶ πάλι 
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη, 
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη. 

Κ’ ἐμέ, τρισαλίμονο! μιὰ πίκρα μὲ πίκραινε, 
μιὰ πίκρα μεγάλη, 
καὶ δὲ μοῦ τὴ γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα 
τῆς πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ἀκρογιάλι! 

Ποιά τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου 
καὶ ποιά ἀνεμοζάλη, 
ποὺ δὲ μοῦ τὴν κοίμιζες καὶ δὲν τὴν ἀνάπαυες, 
πανώριο ξαγνάντεμα, κοντὰ στ’ ἀκρογιάλι; 

Μιὰ πίκρα εἶν’ ἀμίλητη, μιὰ πίκρα εἶν’ ἀξήγητη, 
μιὰ πίκρα μεγάλη, 
ἡ πίκρα ποὺ εἶν’ ἄσβυστη καὶ μὲσ’ στὸν παράδεισο 
τῶν πρώτῳν μας χρόνῳν κοντὰ στ’ ἀκρογιάλι. 
 
                                                   -  Κωστῆς Παλαμᾶς 

Ἡ Πελασγική

18 σχόλια:

  1. Η ομορφιά του κόσμου και της ζωής της ιδιας ολάκερη...
    Οπως και ο ιδιος ο αέρας που ανασαινουμε ολοι και ολα .. συν υφασμενο με την ζωη την ιδια.
    Εμεις ειμαστε η θάλασσα .. μ όλα τα λογιζομενα ως συν και πλην της.
    Καθημερινά οπως απολαμβανω το κολυμπι μου .. αποδιδω ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ στην μετοχη μου στο ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ρευστο που με πλημμυρίζει απ ακρου εις ακρον....

    Ευχαριστίες

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νά σ' ἀγναντεύω, θάλασσα, νά μή χορταίνω,
      ἀπ' τό βουνό ψηλά
      στρωτήν καί καταγάλανη καί μέσα νά πλουταίνω
      ἀπ' τά μαλάματά σου τά πολλά.

      Νά 'ναι χινοπωριάτικον ἀπομεσημερ', ὄντας
      μετ' ἄξαφνη νεροποντή
      χιμάει μές ἀπ' τά σύννεφα θαμπωτικά γελῶντας
      ἥλιος χωρίς μαντύ.

      Νά ταξιδεύουν στόν ἀγέρα τά νησάκια, οἱ κάβοι,
      τ' ἀκρόγιαλα σά μεταξένιοι ἀχνοί
      καί μέ τούς γλάρους συνοδιά κάποτ' ἕνα καράβι
      ν' ἀνοίγουν νά τό παίρνουν οἱ οὐρανοί.

      - Κώστας Βάρναλης

      Ἀφιερωμένο.

      Καλή Κυριακή ἀγαπητέ zen !

      Διαγραφή
  2. Απιστευτα ομορφο το κειμενο.
    Σε ταξιδευει, σε κανει να θαυμασεις αυτο το αδαμαστο στοιχειο.

    Ολοι εχουμε καποια μνημη αποθηκευσει μεσα μας οταν με τον εναν ή αλλο τροπο μπλεχτηκαμε στα ποδια της.

    Θυμαμε ενα καλοκαιρι που ειχα μεινει αφραγκος στο νησι της Λημνου και για να βγαλω εισητηριο βρηκα καλοκαιρινη εργασια σε μια ψαροταβερνα στο λιμανι της Λημνου. Εκει διαβασα και το εργο του Ντοστογιεφσκι, Εγκλημα κι Τιμωρια, στην αμουδια της Λημνου.

    Πρωι που ετοιμαζα τα εξωτερικα τραπεζια, για να ερθουν τα γεροντια να πιουν ενα κουρτακι ή ντοπιο ουζο με μια τυροσαλατα.

    Πρωι πρωι λοιπον πριν της 6, εφευγαν, ποτε μια ποτε 2 βαρκες με τους σφουγγαραδες και νωρις το απογευμα εφταναν πισω. Μερικες φορες ερχοταν να κατσουν να φανε καμια γοπα, κολλιο στα καρβουνα.

    Η συζητηση με τις ιστοριες ηταν το κατι αλλο. Αυτη ειναι η πανεμορφη Ελλαδα, που καει μεσα στα σωθηκα.


    eksothen

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ὄμορφες ἀναμνήσεις ! Καί ἐμπειρίες ζωῆς. Ὅ ἐστί μεθερμηνευόμενον : Γνῶσις !

      Καλησπέρα ἀγαπητέ eksothen !

      Διαγραφή
    2. Αυτο ακριβως αγαπητη μου Πελασγικη.

      Με τετοιες παιδευσης μαθαινεις, μεγαλωνεις, γινεσαι ανθρωπος σωστος, κατα εμε, μαθαινεις τι εστι να ερωτευτεις εναν τοπο εναν ηλιο και μια θαλασσα μαζι με τους ανθρωπους της.

      Ηρθε ο καιρος να πουμε και εμεις ολοι μας, το "θαλαττα θαλαττα".


      eksothen

      Διαγραφή
    3. « Ηρθε ο καιρος να πουμε και εμεις ολοι μας, το "θαλαττα θαλαττα".»

      Μακάρι νά εἴμαστε κοντά σέ μία τέτοια σωτηρία. Εἴθε !!!

      Κι᾿ἕνα ποίημα τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, θαλασσινό :

      Ἔπεσα γιά νά κολυμπήσω
      κι᾿ ἄφησα τήν καρδιά μου πίσω

      Ἄφησα τήν καρδιά μου χάμω
      σάν τό κοχύλι μας στήν ἄμμο

      Πέρασαν ὅλες οἱ κοπέλες
      μέ τά μαγιὸ καί τίς ὀμπρέλες

      Ὕστερα πέρασαν οἱ φίλοι
      κανείς δέ βρῆκε τό κοχύλι

      Χρόνους καί χρόνους κολυμπάω
      ποῦ νά ᾿ν’ ἡ ἀγάπη γιά νά πάω

      Ἔφαγε ἡ θάλασσα τό βράχο
      κ᾿ ἔμεινε τό νησί μονάχο

      Καλό ξημέρωμα ἀγαπητέ eksothen !

      Διαγραφή
  3. Την αγαπη μου .. πλαισιωμένη με θαλασσινή αύρα .. καθως μεσω βεράντας απολαμβάνω τον βόρειο Ευβοικο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τυχερέ ! Ἐγώ πάλι ἀπό τό 2000 καί μετά δέν εἶχα πιά τήν θάλασσα στά λίγα μέτρα ὅπως εἶχα στήν Θεσσαλονίκη,τ όν Θερμαϊκό καί στό Ναύπλιο τό Μποῦρτζι.
      Τί νά κάνεις, συμβιβάζεσαι σ᾿αὐτή τήν ἡ΄λίθια ζωή.
      Πού σημαίνει τό ποίημα τοῦ Παλαμᾶ, στήν ἀνωτέρῳ ἀνάρτησιν, μέ ἐκφράζει πλήρως !

      Καλησπέρα ἀγαπητέ zen !

      Διαγραφή
    2. Τυχερακια με κανεις και ζηλευω.

      eksothen

      Διαγραφή
  4. Η επομενη επισκεψη μου στην Ναξο θα ειναι να επισκεφθω την ταβερνα "Αξιωτισσα" και να συγχαρω τους ιδιοκτητες και το προσωπικο της.
    Και μπραβο στους ιδιοκτητες και το προσωπικο που κυνηγησαν τους βρωμοεβραιους απ' το μαγαζι τους.

    -Απάντηση σε Αδωνι Γεωργιάδη και Παύλο Μαρινάκη έδωσε ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας "Αξιώτισσα", μετά τις δηλώσεις τους για το επεισόδιο με τους Εβραίους τουρίστες μέσα στην γνωστή ταβέρνα της Νάξου.

    Στη νέα της ανάρτηση η ιδιοκτησία της ταβέρνας επισημαίνει ότι οι εμπλεκόμενοι στο επεισόδιο ήταν Βρετανοί Εβραίοι και όχι Ισραηλινοί κι ότι η γυναίκα που έσκισε το αυτοκόλλητο είναι "μέλος του Ισραηλινού οργανισμού στρατηγικού σχεδιασμού ELNET που εκπονεί πολεμικά σχέδια στο Ισραήλ και προωθεί τη στρατιωτική συνεργασία Βρετανίας - Ισραήλ".
    Παράλληλα, επαναλαμβάνουν ότι το επεισόδιο το ξεκίνησαν εκείνοι και ότι ουδέποτε ερωτήθηκαν για το θρήσκευμα ή την εθνικότητά τους. "Πέραν του αυτονόητου δικαιώματος να μην ανεχόμαστε προσβλητικές συμπεριφορές, φθορές και τραμπουκισμούς στον χώρο μας, καθώς επίσης και κλοπή -αφού θέλανε να φύγουν χωρίς να πληρώσουν αυτά που είχαν καταναλώσει-, κάθε μαγαζί είναι ιδιωτικός χώρος με δημόσια πρόσβαση. Τους κανόνες της εξυπηρέτησης του κοινού τους θέτει ο μαγαζάτορας. Αν δεν αρέσει στο κοινό η εξυπηρέτηση ας μην ξαναπάει εκεί. Τέλος".

    Και παλι συγχαρητηρια στους περηφανους Ναξιωτες

    Καλησπερα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Κι αυτο εδω σχετικα με το προηγουμενο σχολιο μου.

    https://www.facebook.com/taverna.axiotissa/posts/2862950853908221?ref=embed_post

    Ξανακαλησπερα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τά σύννεφα γιγάντικα φαντάζουν κι ἀσημένια
      στό μολυβένιον οὐρανό
      σάν τά χτυπᾶ τοῦ ἥλιου το φῶς· σάν τά χτυπᾶ ὁ ἀγέρας
      φεύγουνε πίσω ἀπ’ τό βουνό.

      Κι εἶναι θερίο ἡ θάλασσα. Τό παρδαλό της χρῶμα
      δίνει της —μπλάβο ἐκεῖ μακριά,
      πιό δῶθε ἀνοιχτοπράσινο κι ἀκόμα δῶθε γκρίζο—
      κάποια παράξενη θωριά.

      Τά κύματα τὰά πράσινα, τά γκρίζα καί τά μπλάβα,
      πέρα, ἀπ’ του πέλαου τά φαρδιά,
      τά φέρνει ρήγας ὁ βοριᾶς, μπατσίζουνε τά βράχια,
      μπατσίζουνε τήν ἀμμουδιά.

      Τίς βάρκες, τίς ψαρόβαρκες ὁ φόβος κυβερνήτης
      μές στό λιμάνι τίς κρατεῖ·
      μά ἡ σκέψη μου ὅλο σέρνεται στά γαλανά τά πλάτια
      μ’ ἕνα χρυσόνειρο δετή.

      Σά γλάρος μαυροφτέρουγος πετᾶ ἡ ψυχή μου, σμίγει
      μέ τήν ψυχούλα τοῦ νεροῦ
      καί τηνε πάει ὁ ἄνεμος καί τηνε πάει τό κῦμα
      κι εἶναι παιχνίδι τοῦ καιροῦ.

      Κι ἐνῷ πονῶ τόν πόνο σου καί πάω πρός τό βυθό σου
      καί χάνομαι μέ τόν ἀφρό,
      ὕστερα, στό γαλήνεμα, τήν ἡλιακή χαρά σου,
      θάλασσα, δέ θάν τή χαρῶ.
      ~ Κώστας Καρυωτάκης

      Εἶμαι ἐντός θέματος...

      Καλησπέρα ἀγαπητέ μου ΕΑΦ !

      Διαγραφή
    2. Ναι σε καταλαβαινω.
      Αλλα το θεμα μας μονιμα πρεπει να ειναι ΑΥΤΟΙ.
      Γιατι με δαυτους που εχουμε μπλεξει, αν επικρατησουν, οχι θαλασσες θα χασουμε αλλα τ' αυγα και τα πασχαλια.


      Καλησπερα

      Διαγραφή
    3. Ἔ μή μᾶς γίνει κι᾿ ἔμμονη ἰδέα !
      Καί βεβαίως νά θυμώμαστε συχνά τά ὄμορφα πράγματα πού δίνει ἡ ζωή καί ὁ ἄνθρωπος, ὅπως ἡ λογοτεχνία πού, κακά τά ψέμματα βοηθᾷ στήν σκέψιν καί δυναμώνει τό Πνεῦμα.
      Καί μιά ὁ λόγος γιά τόν Dominique Venner, στό τελευταῖο θέμα μας, εἶχε πεῖ ὁ γάλλος φιλόσοφος :

      «Ὁ κόσμος μας δέν θά σωθῇ ἀπό τυφλούς ἐπιστήμονες ἢ ἀπόμακρους μελετητές. Θά σωθῇ ἀπό ποιητές καί ἀγωνιστές, ἀπό ἐκείνους πού σφυρηλάτησαν τό «μαγικό σπαθί» γιά τό ὁποῖο μίλησε ὁ Ernst Jünger, τό πνευματικό σπαθί πού κάνει τά τέρατα καί τούς τυράννους νά ὠχριοῦν. Ὁ κόσμος μας θά σωθῇ ἀπό τούς φρουρούς πού βρίσκονται στά σύνορα τοῦ βασιλείου καί τοῦ χρόνου.»

      Ἐλάχιστα μυαλά μποροῦν νά συλλάβουν τέτοια ἀντίληψιν περί τοῦ ἀγῶνος...

      Καλησπέρα ἀγαπητέ μου ΕΑΦ !

      Διαγραφή
    4. Πανεμορφες περιγραφες.

      Κατα εμε αυτο το "μαγικο σπαθι" που δαμαζει καθε θεριο της βαρβαροτητας, ειναι ο κοινος Ελληνικος και Ρωμαικος Πολιτισμος που μαζι με τον Χριστιανισμο δημιουργησε εναν Φαρο Ανθρωπισμου απο τον οποιο ΟΛΗ η υφηλιος εχει γινει κοινωνος.

      Για αυτο η βραβρβαροτητα του σκοταδισμου αυτην την εποχη κτυπα τα παντα που θυμιζουν που αντιπροσωπευουν αυτην την Ευρωπη.

      eksothen

      Διαγραφή
    5. Νομίζω πώς τό τελευταῖο θέμα μας ἀπαντᾶ στά πιό οὐσιώδη ἐρωτήματα γι᾿αὐτό τό « κτύπημα βραβαρότητος» πού γράφεις.
      Καί ἔχει μεγάλη, πολύ μεγάλη σημασία διότι, δυστυχῶς ἤ εὐτυχῶς ( ποτέ δέν ξέρεις μέ τούς Ἕλληνες πότε ἡ ἐλπίδα πεθαίνει) εἴμαστε ἀποδέκτες μίας μεγάλης καί σπουδαῖας κληρονομιᾶς πού ἄν μή τί ἄλλο θά ἔπρεπε νά μᾶς εἶχε θέσει, πραγματικούς προασπιστές τῆς πολιτισμικῆς κληρονομιᾶς τῆς εὐρωπαϊκῆς ἡπείρου.

      Ἡ Ἰλιάδα καί ἡ μοῖρα τῆς Εὐρώπης
      https://sxolianews.blogspot.com/2026/08/blog-post_09.html

      Καί τώρα, ὥρα γιά ὕπνο,

      Καλό ξημέρωμα ἀγαπητέ eksothen !

      Διαγραφή
  6. Επισης αγαπητη Πελασγικη, ενα καλο ξημερωμα με ονειρα ελπιδοφορα.

    Και παλι ενα τεραστιο ευχαριστω εκ μερους μου για την δυνατοτητα που δινει αυτος ο ιστοτοπος να εκφρασω τις αποψεις και τους προβληματισμου μου. Πολυτιμο δωρο να δινεται σε καποιον αγνωστο.

    eksothen

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τό ἐλάχιστο πού μπορῶ νά κάνω καθώς μέ τιμᾶτε μέ τήν παρουσία σας ἐδῶ.
      Νά εἶσαι καλά !

      Καλησπέρα ἀγαπητέ eksothen !

      Διαγραφή