" ...μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν πατρὶς καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον καὶ ἐν μείζονι μοίρᾳ καὶ παρὰ θεοῖς καὶ παρ᾽ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσι..." Σωκράτης

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Τό ὄνειρο τοῦ Γκράμσι ἔχει γίνει ἀπό καιρό πραγματικότητα


Ο James Joll (1918 – 1994) ήταν ένας Βρετανός καθηγητής πανεπιστημίου και ιστορικός, που έγραψε την ιστορία του αναρχισμού και του σοσιαλισμού. Ο Joll υπήρξε οπαδός του Αντόνιο Γκράμσι, ενός ονόματος με τεράστια σημασία για την ανάπτυξη της αριστεράς στον δυτικό κόσμο, για τον οποίον έγραψε και βιβλίο (“Antonio Gramsci”, 1977).

Ο James Joll είχε εκπαιδευτεί στο Winchester College και στο New College του  Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Εκλέχτηκε μέλος του New College της Οξφόρδης. Κατείχε επίσης την θέση του προέδρου Stevenson της Διεθνούς Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

Ο Joll έγραψε επίσης το “The Second International 1889-1914” (Δεύτερη Διεθνής 1889-1914) και το “Intellectuals in Politics” (Διανοούμενοι στην Πολιτική).

Ο James Joll ήταν ομοφυλόφιλος και ζούσε ως ζευγάρι, μέχρι τον θάνατό του, με τον ζωγράφο και ιστορικό τέχνης John Golding.

Μπορεί να ειπωθεί ότι ο Joll ήταν ο ίδιος ένα τέλειο παράδειγμα της γκραμσιανής ελίτ. Για αρχή, όπως ο Γκράμσι, ο Joll προέτρεπε στο βιβλίο του, "την κατάληψη" τουλάχιστον τεσσάρων "οργάνων" στην Βρετανία: του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, του London School of Economics (όπως και πολυάριθμοι άλλοι μαρξιστές), του Ινστιτούτου Προηγμένων Μελετών στο Πανεπιστήμιο του Princeton, και της Βρετανικής Ακαδημίας.

Παρακάτω διάφορα αποσπάσματα από το βιβλίο του Joll για τον Γκράμσι (και κάποια σχόλια).

Ηγεμονία

«Ο μεγαλύτερος μαρξιστής συγγραφέας του εικοστού αιώνα, παραδόξως, είναι επίσης ένα από τα σημαντικότερα δείγματα ανεξαρτησίας του ανθρώπινου πνεύματος από τον υλικό περιορισμό του». - James Joll

Επειδή οι μαρξιστές τα βλέπουν όλα πάντα από την άποψη της «ταξικής σύγκρουσης», βλέπουν επίσης τα πάντα από την άποψη της «ταξικής εξουσίας». Για τους παλαιού τύπου επαναστάτες μαρξιστές, η φυσική αντίδραση σε αυτήν την «υλική πραγματικότητα» ήταν μια βίαιη επανάσταση κατά την οποία η εργατική τάξη – καθοδηγούμενη φυσικά, από μια ελίτ της μεσαίας και ανώτερης μεσαίας τάξης μαρξιστών (η «πρωτοπορία») – κατελάμβανε την εξουσία από την «καπιταλιστική άρχουσα τάξη».

Ωστόσο, την εποχή που ο Γκράμσι άρχισε να γράφει (στη δεκαετία του 1920 και στις αρχές του 1930), επιτυχείς επαναστάσεις στην Ευρώπη και την Αμερική δεν είχαν επιτευχθεί. Έτσι, ζητήθηκε μια άλλη στρατηγική.

Ο Γκράμσι ουσιαστικά παραιτήθηκε από την παλιά μαρξιστική θεολογία (ή θεωρία) ότι «οι υλικές συνθήκες» (τα "μέσα παραγωγής και ανταλλαγής") καθόριζαν αυτό που οι μαρξιστές αποκαλούν «συνείδηση» (ή ό, τι οι περισσότεροι άλλοι αποκαλούν νου) και αναγνώρισε αυτό που όλοι οι άλλοι είχαν ήδη αναγνωρίσει: ότι το μυαλό - ή η «συνείδηση» - έχει τουλάχιστον κάποια ανεξαρτησία από το υλικό περιβάλλον του. Έτσι, αντί για μια βίαιη επανάσταση στην οποία οι νέοι - και παλιοί - επαναστάτες μπορούσαν να επιδοθούν στις βίαιες φαντασιώσεις τους για τη δολοφονία των "καπιταλιστών" και κάθε είδους ανθρώπων, ο Γκράμσι συνειδητοποίησε ότι μια επανάσταση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς βία και εφόδους πίσω από οδοφράγματα. Επειδή το μυαλό είναι πράγματι απαλλαγμένο από το υλικό του  περιβάλλον, αυτό που οι Μαρξιστές τώρα έπρεπε να κάνουν ήταν να «καταλάβουν τα θεσμικά όργανα», δημιουργώντας έτσι μια «ηγεμονία» “επαναστατικών” ιδεών, θεωριών και αξιών.

Γράφει ο James Joll:

«.... ο Γκράμσι είδε, με έναν τρόπο που λίγοι άλλοι μαρξιστές κατάφεραν να δουν, ότι η εξουσία της μιας τάξης πάνω στην άλλη δεν εξαρτάται από την οικονομική ή την υλική δύναμη μόνο, αλλά κυρίως από το να πειστεί η εξουσιαζόμενη (τάξη) να δεχτεί το σύστημα των πεποιθήσεων της κυρίαρχης τάξης και τις κοινωνικές, πολιτιστικές και ηθικές αξίες της».

«Η ηγεμονία της (αριστεράς και λίμπεραλ- αριστεράς) πολιτικής τάξης για τον Γκράμσι σήμαινε ότι (αυτή) η τάξη είχε καταφέρει να πείσει τις άλλες τάξεις της κοινωνίας να δεχτούν τις δικές της ηθικές, πολιτικές και πολιτιστικές αξίες. Εάν η αριστερή άρχουσα τάξη μπορούσε να το πετύχει αυτό, τότε αυτό συνεπάγεται την ελάχιστη χρήση βίας, όπως συνέβη με τα επιτυχή φιλελεύθερα καθεστώτα του δέκατου ένατου αιώνα».

«... “ηγεμονία”, η οποία εξηγεί πώς μια (αριστερή) τάξη μπορεί να καθορίσει την πολιτιστική και ηθική ανωτερότητά της ανεξάρτητα από την άμεση πολιτική εξουσία της .... προτείνοντας τρόπους με τους οποίους ένα κομμουνιστικό κόμμα (ή γενικότερα αριστερές ομάδες) θα μπορούσε να ... επεκτείνει την επιρροή του και να αυξήσει την υποστήριξή του, ακόμη και χωρίς πραγματικό έλεγχο της κυβέρνησης».

«Η υλοποίηση ενός συστήματος (αριστερής) ηγεμονία, στο μέτρο που δημιουργεί ένα νέο ιδεολογικό έδαφος και καθορίζει τη μεταρρύθμιση της συνείδησης και τις μεθόδους της γνώσης ... όταν εμείς (οι Αριστεροί) καταφέρουμε να εισάγουμε μια νέα ηθική, σύμφωνα με μια νέα αντίληψη του κόσμου...».

«... η επίτευξη και διατήρηση μιας (αριστερής) ηγεμονίας είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα εκπαίδευσης: Για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Γκράμσι “Κάθε σχέση της (αριστερής) ηγεμονίας είναι αναγκαστικά μια παιδαγωγική σχέση”. Ο βαθμός επιτυχίας μιας τέτοιας (αριστερής) εκπαιδευτικής διαδικασίας θα πρέπει να αποδεικνύεται από το βαθμό στον οποίο διαμορφώνεται μία νέα (αριστερή) συναίνεση ή, για να χρησιμοποιήσω την φράση του Γκράμσι, μια “συλλογική εθνική βούληση”».

Η αριστερίστικη Ελιτ και τα επαναστατικά κόμματα

Αριστεροί "διανοούμενοι" και επαναστάτες μαρξιστές θα ήταν - και εξακολουθούν να είναι - οι άνθρωποι που θα επιφέρουν την «ηγεμονία» του Gramsci. Αυτό, όπως είπαμε, θα γίνει με το να καταλάβουν τους θεσμούς - όργανα : κυρίως το εκπαιδευτικό σύστημα, τη νομοθεσία, τον Τύπο, την τηλεόραση, τις οργανώσεις «δικαιωμάτων», τις φιλανθρωπικές - «ανθρωπιστικές» οργανώσεις, ακόμα και τις εκκλησίες.

 
Γράφει ο Joll:

«... Ο  Γκράμσι γράφει για τους (αριστερούς) διανοούμενους με τη συνήθη έννοια, σαν την διανόηση που παρέχει την φιλοσοφία και την ιδεολογία για την (εργατική τάξη και άλλους) και οι οποίοι επιτρέπουν την (αριστερή) άρχουσα τάξη να ασκεί την ηγεμονία της με την παροχή ενός συστήματος πεποιθήσεων που έχει γίνει αποδεκτό από τους απλούς ανθρώπους, έτσι ώστε να μην αμφισβητούν τις ενέργειες των (αριστερών) εξουσιαστών τους».

«Ο ρόλος του επαναστατικού κόμματος (βλέπε: αριστερά κόμματα, αριστερές οργανώσεις, ΜΚΟ, «αντιρατσιστές», «αντιεξουσιαστές» κλπ) και οι (αριστεροί) διανοούμενοι οι οποίοι είναι οι ηγέτες τους είναι, στην πραγματικότητα, σχεδόν ο ίδιος με αυτόν της ιεροσύνης στην Καθολική Εκκλησία στην ακμή της, όταν ήταν σε θέση να διατηρήσει (σύμφωνα με τα λόγια του Γκράμσι) “την ιδεολογική ενότητα όλου του κοινωνικού μπλοκ στο οποίο η ιδεολογία χρησιμεύει για να εδραιωθεί και να ενοποιήσει”».

«.... σύμφωνα με την πολιτική σκέψη του Γκράμσι, το καθήκον ενός επαναστατικού κόμματος (βλέπε: αριστερά κόμματα, αριστερές οργανώσεις, ΜΚΟ, «αντιρατσιστές», «αντιεξουσιαστές» κλπ) είναι .... η δημιουργία μιας τέτοιας ηγεμονίας, αν είναι απαραίτητο με μια αργή μεταβολή της συνείδησης των ανθρώπων κατά τη διάρκεια μιας περιόδου “παθητικής επανάστασης” ή με έναν “πόλεμο θέσεων”».

 
«.... οι κομμουνιστές μπορεί ίσως να ισχυρίζονται ότι βρίσκονται σε καλό δρόμο για την εγκαθίδρυση της ηγεμονίας τους με την κατάρρευση του παλαιού ηγεμονικού συστήματος. Έχουν επιτύχει να έχουν δεσπόζουσα θέση στην τοπική αυτοδιοίκηση σε πολλούς τομείς και, στο μέτρο που προσελκύουν υποστήριξη όχι μόνο από την οργανωμένη εργασία, αλλά και από πάρα πολλούς διανοούμενους και επαγγελματίες, φαίνεται να βαδίζουν προς την εγκαθίδρυση της ηγεμονίας τους σύμφωνα, σε μεγάλο βαθμό, με αυτά που είχε προτείνει ο Γκράμσι».

Ακόμα και όταν Αντόνιο Γκράμσι έγραφε (τις δεκαετίες του 1920 και του 1930), και βεβαίως, όταν ο James Joll έγραφε (μέχρι τα τέλη του 1970), ήταν σαφές ότι οι μαρξιστές τα είχαν ήδη καταφέρει πολύ καλά - τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό – με την εγκαθίδρυση της δικής τους «ηγεμονίας» στις δυτικές κοινωνίες. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Joll, ακόμη και ο Γκράμσι συνειδητοποίησε ότι «ο μαρξισμός είχε αρχίσει να ασκεί τη δική του ηγεμονία μέσα στο σύστημα της παραδοσιακής κουλτούρας».

Όλα αυτά περίπου πριν από 90 χρόνια. Και από το 1960 (50 χρόνια πριν), η πορεία του αριστερισμού ήταν αμείλικτη.

Στις σύγχρονες ‘δημοκρατικές’ κοινωνίες η ‘επανάσταση’, όπως φαίνεται, είναι μόνιμη.

Όσο για την Ελλάδα, εκείνο το «πρώτη φορά Αριστερά» μοιάζει ανέκδοτο.
ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ / από εδώ


Ἑλλάς Αἰώνιον : Διαβᾶστε σχετικά

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου