" ...μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν πατρὶς καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον καὶ ἐν μείζονι μοίρᾳ καὶ παρὰ θεοῖς καὶ παρ᾽ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσι..." Σωκράτης

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΘΕΤΟΥ ΣΟΦΙΑΣ…


10247320_1465306960353808_426272060548912618_n__article

Όρος πασίγνωστος ο “σοφός νομοθέτης”. Όπως ο “γενναίος στρατιώτης”, ή, ας πούμε, ο “επιμελής μαθητής”. Με μια διαφορά : Ενώ δεν τυγχάνει των στρατιωτών πάντων η γενναιότητα γνώρισμα, ούτε η επιμέλεια πάντων των μαθητών, η σοφία διαρκώς συνοδεύει τον νομοθέτη, ως απαραίτητο πρόθεμα.
 
Προκύπτει λοιπόν αναπόδραστα το ερώτημα: Ο αναλαμβάνων την σύνταξη των νόμων, νομοθετεί επειδή είναι σοφός, ή καθίσταται αυτομάτως “σοφός” ένεκα του ότι νομοθετεί ; Η απάντηση στο ερώτημα είναι απλή. Τόσον απλή, που το καθιστά εξόχως ρητορικόν. Σε τι συνίσταται λοιπόν η “σοφία” του νομοθέτη ; Όσο κι’ αν κουράζω τον νουν, δεν βρίσκω άλλην απάντηση, απ’ την ικανότητα να προνοεί ο συντάσσων τον νόμον για την δυνατότητα πρωτίστως να εφαρμοστεί.
 
Και το περιορίζω εδώ, επιλέγοντας να μην επεκταθώ σε υποκειμενικές περί “ορθότητος” του όποιου “νόμου” εκτιμήσεις.
 
Διότι αν αναιρεθεί στην πράξη το νομοθέτημα, τίθεται σε αμφισβήτηση αυτομάτως και η “σοφία” του νομοθέτη, και καθίσταται ορατός ο κίνδυνος αμφισβήτησης γενικώς της αρχής του “νομοθετείν” με συνέπειες δυνάμει απρόβλεπτες : Δεν χρειάζεται και πολλή συζήτηση για να πεισθεί ο καθείς πως είναι ορατός ο κίνδυνος της α-νομίας, της ικανής να τινάξει το όποιο “κοινωνικό συμβόλαιο” στον αέρα, όταν γενικευτεί το αίσθημα “αδικίας” που επιφέρει το ανεφάρμοστον του νομοθετήματος.
 
Ασφαλώς και μια μικρή μειοψηφία μελών της κοινότητος, ρέπει εκ φύσεως ή εξ άλλων, που δεν είναι του παρόντος, αιτίων, στην αμφισβήτηση οιουδήποτε νομοθετήματος. Όμως δεν ομιλούμε γι’ αυτούς. Μιλούμε για την δυνατότητα συμμορφώσεως της πλειονότητος των μελών, των οποίων η “κριτική σκέψις” υπακούει σε κανόνες “κοινής λογικής”. Και “κριτικάρει” αναλόγως : Σταθμίζει το σοβαρόν με το ευτράπελον και πολλάκις …μιμείται τους “Αξεξανδρινούς” που ” ως είναι το συνήθειό τους οι απαίσιοι” (δια να ενθυμηθούμε και τον Καβάφην), “τον παίρνουν στο ψιλό” τον όποιον, ως νέος “Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης”, δεν διαθέτει …ισοζύγιον ουσίας και φαινομένου.
 
Ήδη τα …σχολικά, καφενειακά, ακόμη και τα των λαϊκών αγορών ανέκδοτα δίνουν και παίρνουν, διεισδύοντα σε πτυχές του προσφάτως ψηφισθέντος “αντιρατσιστικού”. Τι για…”δωδεκάλογους του Ρωμά”, τι για …”κάτι τρέχει στα ρώμικα” και με τον συμπαθή έμπορο υποδημάτων ν’ αναφωνεί …”τι ρωμά και ξερωμά ! Εγώ Τσιγγάνος γεννήθηκα και Τσιγγάνος θα πεθάνω !”. Η κοινωνία, ούτως ή άλλως (κι’ ευτυχώς), διαθέτουσα το ανάλογον αισθητήριον, βασίζεται στην αρχή πως “στου κρεμασμένου το σπίτι δεν μιλούν για σχοινί” και απομονώνει τον όποιον αγενή προσέβαλε άτομον για την όποια ιδιότητά του, αρνούμενη την ιδιότυπη αυτήν “διαπόμπευση”.
 
Ούτε το, συνηθισμένο στις τοπικές κοινωνίες “παρατσούκλι” κάποιου δεν προφέρεται παρουσία του ιδίου ή αμέσου τινός συγγενούς του. Προς τι λοιπόν τοιούτου είδους “νομοθετικές προβλέψεις” ;
 
Τώρα, πώς θα τα καταφέρεις εσύ νομοθέτα μου, να διασκεδάσεις την αναγωγήν εις τον χώρον του ευτράπελου τις όποιες δικές σου σοβαρές (ενόσω συνέτασσες το νομοθέτημα) προθέσεις, μόνον εσύ ξέρεις.
 
Άλλωστε, εκ προοιμίου, είσαι σοφός. Γι’ αυτό και εν τη σοφία σου, σοφώτατα φρόντισες να μεταθέσεις στον Έλληνα Δικαστή την ευθύνην να κρίνει (προφανώς εντός των ορίων της δικονομικής αρχής της Ηθικής Αποδείξεως) εις τι συνίσταται ακριβώς το …”κακόβουλον”, εις τι το …”καλόβουλον” και ( διατί όχι ; ), εις τι το…”ουδέτερον” της “αρνήσεως του (…γνωστού) ολοκαυτώματος”.
 
Όντως, εν θέματι, κι’ αυτά ταύτα τα όρια της δια το νομοθετείν απαιτουμένης σοφίας, δεόντως διεύρυνες. Κι’ από σκέτα σοφός, κατέστης σοφώτατος. Μόνο που, στο μυαλό το δικό μου στριφογυρίζει ακατάπαυστα το εξής : “Δίκη προθέσεων” κι’ “αδίκημα γνώμης” στον νομικό μας πολιτισμό προς τον οποίο οφείλει να συνάδει το νομοθέτημα (το όποιο νομοθέτημα) δεν υφίσταται. 
 
Απαιτείται πράξις συγκεκριμένη και κρίνεται αν αυτή η ΠΡΑΞΙΣ υπαγορεύθηκε ή όχι από κακήν βούλησιν του τελέσαντος αυτήν. Εδώ η πράξις είναι μία και μόνη : Η “δημόσια έκφραση αμφισβήτησης του ολοκαυτώματος”.
 
Το οποίον εστί ότι αν αυτό είναι παράνομον η πράξις είναι κακόβουλος και μόνον κακόβουλος. Δεν πρόκειται π.χ. περί διαρρήξεως οικίας που μπορεί και να έγινε προκειμένου να σωθεί κινδυνεύον άτομο μη δυνάμενον από μόνο του να εξέλθη αυτής, όπου αυτομάτως η πράξις δεν είναι κακόβουλος, αλλ’ απεναντίας επιβραβεύσιμος.
 
Όμως η έκφρασις κάποιας γνώμης δεν προβλέπεται στον νομικό μας πολιτισμό να ‘ναι πράξις παράνομος, αυτή καθαυτή. Κάνεις λοιπόν, σοφέ νομοθέτα μου, να μπαίνουν …ψύλλοι στ’ αυτιά των ιδίων …”Αλεξανδρινών” και ν’ αναρρωτιούνται μήπως η παρείσφρυσις, εις το κείμενον του νομοθετήματος, της λέξεως-επιρρήματος “κακόβουλα” (ως προϋπόθεση άσκησης ποινικής δίωξης), δεν είναι παρά μία επίφασις, προκειμένου ν’ αποφευχθεί η χρήσις όρων τινών, όπως, ας πούμε, “δίκη προθέσεων” κι’ “αδίκημα γνώμης”.
 
Εκτός κι’ αν, ως apriori λιγότερον σοφοί οι “Aλεξανδρινοί” από σένα, σε παρεξήγησαν, μιας κι’ ασφαλώς, δεν μπορεί να συμβαίνουν τέτοια στον νομικό μας πολιτισμό….    
 
ΟΔΥΣΣΕΥΣ  ΠΑΤΕΡΑΚΗΣ

ethnikismos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου