μάθει νὰ λαξεύῃ τὸ πηγάδι καὶ νὰ τοποθετῇ τὸ ἐπιστύλιο,
καὶ νὰ ἁπλώνῃ τὴν ὀροφὴ ἀπὸ πάνω τους, — πρὶν πλαισιώσει
τήν ψηλή καμάρα, γιά νὰ συγκεντρώσῃ καὶ νὰ γυρίσῃ πίσω
τὸν ἦχο τῶν ὕμνων· στὸ σκοτεινὸ δάσος,
Ἀνάμεσα στὴ δροσιὰ καὶ τὴ σιωπή, γονάτισε,
Καὶ πρόσφερε στὸν Ἰσχυρότερο ἱερές εὐχαριστίες Καὶ ἱκεσία.
Γιατί ἡ ἁπλῆ του καρδιὰ
δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀντισταθῇ στὶς ἱερὲς ἐπιρροές,
Οἱ ὁποῖες, ἀπὸ τὸ γαλήνιο λυκόφως τοῦ τόπου,
καὶ ἀπὸ τοὺς γκρίζους παλιοὺς κορμοὺς ποὺ ψηλὰ στὸν οὐρανὸ
ἀνάκαμψαν τὰ βρυώδη κλαδιά τους, καὶ ἀπὸ τὸν ἦχο
τῆς ἀόρατης ἀνάσας ποὺ λικνιζόταν μονομιᾶς
ὅλες οἱ πράσινες κορυφές τους, ἔπεσαν πάνω Του, καὶ ὑποκλίθηκαν
στὸ πνεῦμα Του μὲ τὴ σκέψη τῆς ἀπεριόριστης δύναμης
καὶ τῆς ἀπρόσιτης μεγαλοπρέπειας.
Ἄχ, γιατί νὰ παραμελήσουμε, στὰ πιὸ ὥριμα χρόνια τοῦ κόσμου,
τὰ ἀρχαῖα ἱερὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ λατρεύουμε
μόνο ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, καὶ κάτω ἀπὸ στέγες,
ποὺ τὰ εὔθραυστα χέρια μας ἔχουν σηκώσει; Ἐπίτρεψέ μου, τοὐλάχιστον,
ἐδῶ, στὴ σκιὰ αὐτοῦ τοῦ γερασμένου δάσους,
νὰ προσφέρω ἕναν ὕμνο — τρεῖς φορὲς χαρούμενο, ἂν βρεῖ
ἀποδοχὴ στὸ αὐτί Του.
Πάτερ, τὸ χέρι Σου ἔστησε αὐτὲς τὶς σεβάσμιες κολῶνες, Ἐσὺ
ἐπέλεξες αὐτὴ τὴν καταπράσινη στέγη. Κοίταξες κάτω
πάνω στὴ γυμνὴ γῆ, καί, ἀμέσως, ὑψώθηκαν
ὅλες αὐτὲς οἱ ὄμορφες σειρὲς δέντρων. Αὐτά, στὸν ἥλιο Σου,
ἔβγαλαν βλαστούς, καὶ τίναξαν τὰ πράσινα φύλλα τους στὸ ἀεράκι,
κι῾ ἐκτοξεύτηκαν πρὸς τὸν οὐρανό. Τὸ αἰωνόβιο κοράκι,
τοῦ ὁποίου ἡ γέννηση ἦταν στὶς κορυφές τους, γέρασε καὶ πέθανε
ἀνάμεσα στὰ κλαδιά τους, μέχρι πού, τελικά, στάθηκαν,
ὅπως τώρα στέκονται, ὀγκώδη, καὶ ψηλά, καὶ σκοτεινά,
Ἱερὸ κατάλληλο γιὰ τὸν ταπεινὸ προσκυνητὴ
νὰ ἔχῃ Κοινωνία μὲ τὸν Δημιουργό του. Αὐτὰ τὰ σκοτεινὰ τόξα,
αὐτοὶ οἱ ἑλικοειδὴς διάδρομοι, τῆς ἀνθρώπινης μεγαλοπρέπειας καὶ ὑπερηφάνειας
Μὴν ἀναφέρετε. Κανένα φανταστικὸ γλυπτὸ δὲν δείχνει
τό καύχημα τῆς μάταιης φυλῆς μας νὰ ἀλλάξῃ τὴ μορφὴ
τῶν ὄμορφων ἔργων Σου. Ἀλλὰ Ἐσὺ εἶσαι ἐδῶ — Ἐσὺ γεμίζεις
τὴν μοναξιά. Εἶσαι στοὺς ἁπαλοὺς ἀνέμους
ποὺ πνεύουν κατὰ μῆκος τῆς κορυφῆς αὐτῶν τῶν δέντρων
Στὴ μουσικὴ· εἶσαι στὴν πιὸ δροσερὴ ἀνάσα
ποὺ ἀπὸ τὸ πιὸ ἐνδόμυχο σκοτάδι τοῦ τόπου
ἔρχεται, μόλις καὶ μετὰ βίας αἰσθητοί : οἱ φλοιώδεις κορμοί, τὸ χῶμα,
τὸ φρέσκο ὑγρὸ ἔδαφος, εἶναι ὅλα ἐνστικτώδη μαζί Σου.
Ἐδῶ εἶναι ἡ συνεχὴς λατρεία· — Ἡ φύση, ἐδῶ,
Στὴ γαλήνη ποὺ ἀγαπᾶς,
Ἀπολαμβάνει τὴν παρουσία Σου. Ἀθόρυβα, τριγύρω,
Ἀπὸ κούρνια σὲ κούρνια, τὸ μοναχικὸ πουλὶ
περνάει· καὶ ἡ καθαρὴ πηγή σου, πού, ἀνάμεσα στὰ βότανά της,
πηγάζει ἁπαλὰ καὶ περιπλανιέται ἀπότομα στὶς ρίζες
τοῦ μισοῦ τοῦ δυνατοῦ δάσους, δὲν λέει ἱστορία
γιὰ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ κάνει. Δὲν ἔχεις ἀφήσει
τὸν ἑαυτό Σου χωρὶς μάρτυρα, σὲ αὐτὲς τὶς σκιές,
τῶν τελειοτήτων Σου. Τὸ μεγαλεῖο, ἡ δύναμη καὶ ἡ χάρη
εἶναι ἐδῶ γιὰ νὰ μιλήσουν γιὰ Σένα. Αὐτὴ ἡ πανίσχυρη βελανιδιὰ —
Στὴν ἀμετακίνητη βλάστηση τῆς ὁποίας στέκομαι καὶ φαίνομαι
σχεδὸν ἐξαφανισμένος — Ὄχι πρίγκιπας,
σὲ ὅλο αὐτὸν τὸν περήφανο παλιὸ κόσμο πέρα ἀπὸ τὰ βάθη,
ποτέ δέν φοροῦσε τὸ στέμμα του τόσο ψηλὸ
ὅσο φοράει τὸ πράσινο στέμμα ἀπὸ φύλλα μὲ τὸ ὁποῖο
τὸ χέρι Σου τήν ἔχει κοσμήσει. Φωλιασμένη στὴ ρίζα της
εἶναι ἡ ὀμορφιά, σὰν ἄνθη πού δέν ἀνθίζουν στὸ φῶς
τοῦ ἀπέραντου ἥλιου. Αὐτὸ τὸ ντελικάτο λουλούδι τοῦ δάσους
μὲ τήν ἀρωματικὴ ἀνάσα, πού μοιάζει τόσο μὲ χαμόγελο,
φαίνεται, καθὼς βγαίνει ἀπὸ τὸ ἄμορφο καλούπι,
μιὰ ἐκπόρευση τῆς ἐνοικούσας Ζωῆς,
ἕνα ὁρατὸ δεῖγμα τῆς ὑποστηρικτικῆς Ἀγάπης,
πού εἶναι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ τοῦ ἀπέραντου σύμπαντος.
Ἡ καρδιά μου εἶναι γεμάτη δέος μέσα μου ὅταν σκέφτομαι
τὸ μεγάλο θαῦμα ποὺ συνεχίζεται ἀκόμη
στὴν σιωπή, γύρω μου — τὸ ἀέναο ἔργο
τῆς δημιουργίας Σου, ὁλοκληρωμένο, ἀλλὰ ἀνανεωμένο
γιὰ πάντα. Γραμμένο στὰ ἔργα Σου διαβάζω
τὸ μάθημα τῆς δικῆς Σου αἰωνιότητας.
Νά! ὅλα γερνοῦν καὶ πεθαίνουν — ἀλλὰ δεῖτε ξανά,
πῶς στὰ διστακτικὰ βήματα τῆς φθορᾶς
ἡ νεότητα πατάει — πάντα χαρούμενη καὶ ὄμορφη νεότητα
σὲ ὅλες τὶς ὡραῖες της μορφές. Αὐτὰ τὰ ψηλὰ δέντρα
δὲν κυματίζουν λιγότερο περήφανα ἀπὸ τοὺς προπάτορές τους
πού τά πλάθουν. Ω, δὲν ἔχει χαθεῖ
μία ἀπὸ τὶς γοητεῖες τῆς γῆς: στούς κόλπους της ἀκόμα,
μετὰ τό πέρασμα ἀμέτρητων αἰώνων,
ἡ φρεσκάδα τῆς μακρινῆς ἀρχῆς της βρίσκεται
καὶ θὰ βρίσκεται ἀκόμη. Ἡ ζωὴ χλευάζει τὸ ἄσκοπο μῖσος
Τοῦ ἄσπονδου ἐχθροῦ του, τοῦ Θανάτου —
ναί, κάθεται στὸν θρόνο τοῦ τυράννου — τὸν τάφο,
καὶ ἀπό τούς θριάμβους τοῦ φρικτοῦ ἐχθροῦ του
φτιάχνει τὴ δική του τροφή. Γιατί βγῆκε
ἀπὸ τὸν δικό Σου κόρφο, καὶ δὲν θὰ ἔχει τέλος.
Ὑπῆρξαν ἅγιοι ἄνθρωποι ποὺ κρύφτηκαν
βαθιὰ στὴν δασώδη ἐρημιά, καὶ ἔδωσαν τὴ ζωή τους
στὴν σκέψη καὶ τὴν προσευχή, μέχρι ποὺ ἔζησαν περισσότερο
ἀπό τήν γενιὰ ποὺ γεννήθηκε μαζί τους, οὔτε φάνηκαν
λιγότερο γερασμένοι ἀπὸ τὰ ξανθὰ δέντρα καὶ τοὺς βράχους
γύρω τους. καὶ ὑπῆρξαν ἅγιοι ἄνθρωποι
ποὺ ἔκριναν ὅτι δὲν ἦταν καλὸ νὰ περνοῦν τὴ ζωή τους ἔτσι.
Ἀλλὰ ἄσε με συχνὰ σὲ αὐτὲς τὶς μοναξιὲς
νὰ ἀποσύρομαι καὶ στὴν παρουσία Σου
νὰ καθησυχάζω τὴν ἀδύναμη ἀρετή μου. Ἐδῶ οἱ ἐχθροί της,
τὰ πάθη, στὰ πιὸ ἁπλᾶ βήματά Σου συρρικνώνονται
καὶ τρέμουν καὶ μένουν ἀκίνητα. Ὤ, Θεέ μου!
ὅταν Ἐσὺ τρομοκρατεῖς τὸν κόσμο μὲ κεραυνοὺς ποὺ πέφτουν ἢ γεμίζεις,
μὲ ὅλα τὰ νερὰ τοῦ στερεώματος,
τὸν γρήγορο σκοτεινὸ ἀνεμοστρόβιλο ποὺ ξεριζώνει τὰ δάση
καὶ πνίγει τὸ χωριὸ· ὅταν, στὸ κάλεσμά Σου,
ξεσηκώνεται ἡ μεγάλη ἄβυσσος
καὶ ρίχνεται στὴν ἤπειρο καὶ κατακλύζει
τὶς πόλεις της — ποιός δὲν ξεχνᾶ, στὴ θέα
αὐτῶν τῶν τρομερῶν συμβολισμῶν τήν δύναμή Σου,
τὴν ὑπερηφάνειά Σου καὶ ἀφήνει μακριά τὶς διαμάχες καὶ τὶς τρέλες του;
Ὤ, ἀπὸ αὐτές τις πιὸ αὐστηρὲς πλτυχές τοῦ προσώπου Σου
Λυπήσου ἐμένα καὶ τὰ δικά μου, οὔτε νὰ χρειαζόμαστε τὴν ὀργὴ
τῶν τρελῶν, ἀδέσποτων στοιχείων γιὰ νὰ διδάξουμε
ποιός τὰ κυβερνᾶ; Ἂς εἶναι σέ ᾿μᾶς νὰ διαλογιστοῦμε,
σὲ αὐτὲς τὶς ἤρεμες ἀποχρώσεις, τό ηπιότερο μεγαλεῖο Σου
Καὶ τὴν ὄμορφη τάξη τῶν ἔργων
Μάθετε νὰ συμμορφώνεστε μὲ τὴν τάξη τῆς ζωῆς μας.
- William Cullen Bryant, 1824
Ἡ Πελασγική


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου