" ...μητρός τε καί πατρός καί τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν πατρίς καί σεμνότερον καί ἁγιώτερον καί ἐν μείζονι μοίρᾳ καί παρά θεοῖς καί παρ᾽ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσι..." Σωκράτης

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

21η Ἀπριλίου !


Ξημερώνει ἡ 21η Ἀπριλίου. Μία ἡμερομηνία πραγματικό ὁρόσημο γιά τήν Ἑλληνική Ἱστορία ὅσον ἀφορᾷ τόν τομέα τῆς πολιτικῆς ζωῆς τοῦ τόπου. Ξέρω πώς πολλοί θά εἶναι πού θά ξινίσουν τά μοῦτρα τους, ἀλλά ἔχω ἕνα "κόλλημα" νά λέω καί νά γράφω τά πράγματα μέ τό ὄνομά τους καί νά μήν κλείνω τά μάτια ἤ νά σφυρίζω ἀδιάφορα εἰδικῶς σέ ὅ,τι ἀφορᾷ τήν Ἀλήθεια. Ἀσχέτως ἄν ἐνοχλεῖ. Καί στήν περίπτωσιν ξέρουμε πολύ καλά πού ἐνοχλεῖ ἡ Ἀλήθεια πού σχετίζεται μέ τήν 6ετή περίοδον διακυβερνήσεως τῆς Χώρας ἀπό κάποιους ἐντίμους, μέ πραγματικά ἑλληνικά αἰσθήματα Στρατιωτικούς ἄνδρες, πού πῆραν τήν ἀπόφασιν καί μέ σθένος καί θάρρος ἀνέλαβαν τήν σωτηρία τῆς Πατρίδος. 

Ἐπεί δή ἡ "δημοκρατία " τῶν πολιτικάντηδων ἡ ὁποία εἶχε φέρει στό ἔσχατο σημεῖο κατάντιας τήν Ἑλλάδα, ἐπανῆλθε μέ ἄψογα ἐκτελεσμένα σχέδια σέ συνεργασία μέ τούς γνωστούς "παγκοσμίους ἐξουσιαστές" προσπαθεῖ ἐδῶ καί 52 χρόνια νά ἀμαυρώσει παντί τρόπῳ ἐκείνη τήν περίοδον, θά παρουσιάσω σήμερα,καί γιά νά τιμήσω τήν μνήμη ἐκείνων τῶν Ἀνθρώπων, δύο τομεῖς πολύ σημαντικούς γιά τήν χώρα, ὅπου ἡ πολιτική τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως τῆς 21ης Ἀπριλίου ἔκανε πραγματικά θαύματα. Τήν Ἀγροτική πολιτική καί τήν πολιτική σέ θέματα ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ὁρυκτοῦ πλούτου. Καί ὅπως οἱ περισσότεροι γνωρίζουμε ἀποτελοῦν σημαντικότατους τομεῖς γιά τήν Ἀνάπτυξιν καί τήν Ἀνεξαρτησία μίας χώρας. 

Στήν μνήμη ἐκείνων. 

 

Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΕΝ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

του Νίκου Γ. Ματθαίου, μέλους του Ε.ΠΟ.Κ.

Ελάχιστα ζητήματα αποτυπώνουν τόσο καθαρά την αντίθεση ανάμεσα στην στοχευμένη κρατική στρατηγική του χθες και στην χαοτική, αποσπασματική πολιτική του σήμερα, όσο το αγροτικό. Εκεί όπου άλλοτε εφαρμόστηκε μία κεντρικά οργανωμένη αλλά αναπτυξιακή πολιτική που κυριολεκτικά ανέστησε μία κατεστραμμένη ύπαιθρο, οι σημερινοί διαχειριστικές – και, φυσικά, όλοι των τελευταίων δεκαετιών – επέλεξαν να μετατρέψουν τον αγροτικό τομέα σε ένα μελανό σημείο που διαρκώς σπρώχνουν «κάτω από το χαλί». Συνεχής εγκατάλειψη, μηδενικός σχεδιασμός, πρόχειρα επιδόματα και μία συνολική πορεία που οδήγησε στην αποδυνάμωση των παραγωγών και στην εξάρτηση της χώρας από εισαγωγές.

Η Κυβέρνηση Μητσοτάκη, αντί να θωρακίσει τον πρωτογενή τομέα, έχει οδηγήσει τους αγρότες σε μία πρωτοφανή κατάσταση οικονομικής ασφυξίας. Το κόστος παραγωγής εκτινάχθηκε χωρίς να υπάρξει η παραμικρή αντιστάθμιση, τα καύσιμα, λιπάσματα και ζωοτροφές αυξήθηκαν έως και 40% μέσα σε 2 χρόνια, ενώ οι επιδοτήσεις καταβάλλονται με καθυστερήσεις που αποσταθεροποιούν πλήρως την παραγωγή. Η κυβέρνηση επέτρεψε την πλήρη εξάρτηση από τις εισαγωγές, καταρρακώνοντας την εγχώρια αγορά και αφήνοντας τις τιμές παραγωγού να συμπιεστούν σε επίπεδα που δεν καλύπτουν ούτε τα βασικά. Ταυτόχρονα, οι περιβόητες εξαγγελίες περί «πράσινης μετάβασης» χρησιμοποιήθηκαν ως πρόσχημα για να φορτωθούν στους αγρότες νέα κόστη και κανονισμοί, χωρίς καμμία πραγματική υποστήριξη ή υποδομή. Το αποτέλεσμα είναι ένας πρωτογενής τομέας αποδυναμωμένος, χωρίς στρατηγική, όπου οι παραγωγοί νοιώθουν εγκαταλελειμμένοι από ένα κράτος που φαίνεται να αδιαφορεί για την ίδια του την αυτάρκεια.

Χαρακτηριστικότερο όλων, η κυβέρνηση δεν έλαβε απολύτως κανένα προληπτικό μέτρο για την ευλογιά των αιγοπροβάτων, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ και των περιφερειακών κτηνιατρικών υπηρεσιών από τις αρχές του 2024, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι η πρώτη οργανωμένη ζώνη επιτήρησης δημιουργήθηκε μόλις αφότου είχαν ήδη χαθεί χιλιάδες ζώα και είχαν επιβεβαιωθεί δεκάδες εστίες στο Ανατολικό Αιγαίο.

Πρέπει, φυσικά, να αποδίδουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και να μην αποποιούμε πάσα ευθύνη από τους ίδιους τους αγρότες – δεν είναι όλοι ούτε αδιάφθοροι, ούτε ανεύθυνοι. Η αλήθεια είναι πως επί δεκαετίες, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί στην Ελλάδα μετατράπηκαν σε μηχανισμούς πελατειακής διαχείρισης και συχνά διαφθοράς με υποχρεωτική συμμετοχή σε κομματικά δίκτυα, διασυνδέσεις με κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις και επιβεβαιωμένα σκάνδαλα καταχρήσεων. Ο αγροτικός πολιτισμός, η παραγωγή, ακόμη και η εμπιστοσύνη στις συλλογικές δομές έχουν φθαρείστην θέση τους ανέτειλε ο ανδρεϊκός Νεοέλληνας, που επιβιώνει από ανεπαρκείς επιδοτήσεις, γραφειοκρατία και κατακερματισμένες υποδομές.

Για να γίνει αντιληπτή η έκταση της σημερινής παρακμής, επιστρέφουμε στην περίοδο που την χώρα διακυβερνούσε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και εξετάζουμε ποια κατάσταση παρέλαβαν και τι παρέδωσαν.  

Η μετάβαση από αγροτική σε βιομηχανική οικονομία ήταν ένας κύριος στόχος των Κυβερνήσεων Παπαδοπούλου. Αυτό, όμως, δεν σήμαινε εγκατάλειψη των ήδη δεινοπαθούντων αγροτών, οι οποίοι μετά βίας επιβίωναν μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η εικόνα αυτή δεν ήταν απλώς κοινωνική, αλλά βαθιά οικονομική. Από το 1945 έως το 1967, η αγροτική παραγωγή κυμαινόταν σε επίπεδα που μετά βίας επαρκούσαν για την εσωτερική αγορά, ενώ η χώρα είχε ήδη αρχίσει να εξαρτάται από εισαγωγές βασικών προϊόντων. Οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις ακολούθησαν κατά κανόνα αποσπασματικά μέτρα επιβίωσης, αντι για στρατηγική ανασυγκρότησης.

Η απόπειρα κατάληψης της εξουσίας από τους κομμουνιστές σχεδόν κατέστρεψε την ύπαιθρο και όλες οι αγροτικές οικογένειες είχαν αναγκασθεί να λάβουν υπέρογκα δάνεια από την Αγροτική Τράπεζα για να διασωθούν. Το πρόβλημα έγινε ακόμη πιο έντονο λόγο της ανεξέλεγκτης πιστωτικής πολιτικής της εποχής: δάνεια με υψηλά επιτόκια, ελάχιστη περίοδος χάριτος και μία κρατική μηχανή ανίκανη να παρακολουθήσει την πραγματική οικονομική κατάσταση των αγροτών. Το χρέος διογκώθηκε όχι μονάχα εξαιτίας της φτώχειας, αλλά και λόγω της άνισης «ανάπτυξης» της δεκαετίας του ’50 και των κακοσχεδιασμένων αποφάσεων των μεταπολεμικών κυβερνήσεων.

Κατά την δεκαετία του '60, το αγροτικό εισόδημα δεν ηδύνατο να καλύψει το αγροτικό χρέος. Στο προσκήνιο εισήλθαν οπορτουνιστές που αγόρασαν αγροτικά προϊόντα σε πολύ κάτω του κόστους τιμές και η – αγροτική, ως επί το πλείστον – ελληνική οικονομία διολίσθαινε σε βαθιά κρίση, την οποία βίωσε με ιδιαίτερη δριμύτητα την περίοδο 1964-1967, εν μέρει – αλλά όχι μόνο – λόγω του αγροτικού προβλήματος.

Η απόπειρα της Κυβερνήσεως Παπανδρέου να ρυθμίσει το αγροτικό χρέος ήταν βεβιασμένη και ανοργάνωτη. Η αντιμετώπιση του προβλήματος από την Ένωση Κέντρου ήταν κυρίως επικοινωνιακή, καθώς η περιβόητη «ρύθμιση χρεών» του 1964 ανακοινώθηκε χωρίς σαφή χρηματοδότηση, χωρίς μηχανισμό ελέγχου και χωρίς πρόβλεψη για το τι θα γίνει με τους υπερχρεωμένους παραγωγούς. Το αποτέλεσμα ήταν μία τρύπα στο νερό, που επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τον πρωτογενή τομέα.

Λίγους μήνες μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος προέβη στην ανακοίνωση ενός αιφνιδιαστικού μέτρου: στις 30 Μαρτίου 1968, ανακοίνωσε την διαγραφή των αγροτικών χρεών. Η ενέργεια κυρώθηκε με τον Α.Ν. 454/1968 (ΦΕΚ 136) και προέβλεπε διαγραφή:

- Όλων των οφειλών από το 1945 έως το 1962, καθώς και όλων των χρεών που είχαν ρυθμιστεί από το 1964 κι έπειτα.

- Όλων των βραχυπροθέσμων και μεσοπροθέσμων δανείων για αγροτικές εργασίες.

- Όλων των οφειλών από δάνεια που είχαν λάβει οι πληγέντες από την κομμουνιστική εξέγερση.

- Όλων των οφειλών από δάνεια των επαναπατρισθέντων από το Ανατολικό Μπλοκ.

- Όλων των χρεών των αγροτικών συνεταιρισμών μέχρι 21/4/1967, συμπεριλαμβανομένων όλων όσων είχαν ρυθμιστεί από το 1965 κι έπειτα και όλων των ληξιπροθέσμων δόσεων μέχρι 30/3/1968.

Ως ανώτατο όριο θεσπίσθηκαν οι 100.000, καθώς το μέτρο δεν προέβλεπε την βοήθεια των μεγαλογαιοκτημόνων, αλλά στα τεράστια μικρομεσαία αγροτικά στρώματα. Συνολικά, χαρίσθηκαν 7.764.650.000 δρχ. (7.480.000.000 σε αγρότες και 384.000.000 σε συνεταιρισμούς). Χάρις σε αυτό το μέτρο, σχεδόν 650.000 αγροτικές οικογένειες σώθηκαν από την πτώχευση.

Όμως, το μέτρο αυτό είχε και συνέχεια ως προς την επιδραστικότητά του. Συνέβαλε στην αύξηση της αγροτικής αγοραστικής δύναμης, που κατά συνέπεια αύξησε την παραγωγικότητα των καλλιεργειών, περιόρισε τις μεταναστευτικές ροές προς τα αστικά κέντρα και οδήγησε στην άνθηση της ελληνικής υπαίθρου.

Τα αποτελέσματα αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα εάν συγκριθούν με την σημερινή πραγματικότητα. Σήμερα, οι Έλληνες αγρότες καταγράφουν από τα χαμηλότερα καθαρά εισοδήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χιλιάδες κτήματα μένουν ακαλλιέργητα, η χώρα εισάγει πλέον πάνω από το 60% των οσπρίων και το 50% του χοιρινού που καταναλώνει, ενώ το κόστος παραγωγής έχει εκτιναχθεί λόγω της ανηλεούς φορολογίας. Η σημερινή κυβέρνηση – όπως και οι προηγούμενες – απέτυχε να διαμορφώσει ένα σταθερό μοντέλο στήριξης, αφήνοντας τον αγροτικό κόσμο να συρρικνώνεται.

Ο Παπαδόπουλος, όμως, εκ φύσεως μεταρρυθμιστής, προέβη και στην αναδιάρθρωση των σχέσεων κράτους – αγροτών. Το προηγούμενο σύστημα, όπου το κράτος καθόριζε «τιμές ασφαλείας» και συγκέντρωνε τα αγροτικά προϊόντα, ήταν περίπλοκο και δεν βοηθούσε στην ανάπτυξη. Αντ' αυτού, θεσπίστηκε ένα νέο, πιο σύγχρονο μοντέλο: το κράτος έδινε άμεσες οικονομικές ενισχύσεις στους αγρότες και ταυτόχρονα παρενέβαινε στην αγορά όταν χρειαζόταν, ώστε να στηρίζει τις τιμές βασικών εξαγώγιμων προϊόντων.

Με αυτές τις αλλαγές, το αγροτικό εισόδημα βελτιώθηκε ουσιαστικά, ενώ οι αγρότες απέκτησαν κίνητρα να στραφούν σε πιο δυναμικές και αποδοτικές καλλιέργειες. Επιπλέον, το Ν.Δ. 370/1973 εισήγαγε και τον θεσμό της τυποποιήσεως των αγροτικών προϊόντων. Καθιερώθηκαν συγκεκριμένοι κανόνες για το πώς πρέπει να είναι ένα προϊόν (μέγεθος, καθαρότητα, ποιότητα κλπ.) και θεσπίστηκε η ενιαία και προκαθορισμένη συσκευασία των προϊόντων, με αποτέλεσμα ο καταναλωτής – και κυρίως ο ξένος αγοραστής – να γνωρίζει ακριβώς τι αγοράζει και ότι πληροί συγκεκριμένα ποιοτικά στάνταρ.

Οι δείκτες της αγροτικής αναπτύξεως λένε όλη την αλήθεια:

- Την περίοδο 1961-1966, η Αγροτική Τράπεζα χρηματοδότησε δάνεια ύψους 44.953.000.000 δρχ. Την περίοδο 1967-1972, το ποσό αυτό υπερδιπλασιάσθηκε, φτάνοντας τις 98.844.000.000 δρχ.

- Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου γεωργικού κεφαλαίου επίσης διπλασιάσθηκαν, έναντι μάλιστα ολόκληρης της 14ετίας 1953-1966. Οι δημόσιες επενδύσεις ειδικά, από 1.550.000.000 δρχ. το 1967, έφθασαν τις 4.034.000.000 δρχ. το 1972.

Οι ακαθάριστες επενδύσεις γενικότερα στον πρωτογενή τομέα καθ' όλη την μεταπολεμική ελληνική ιστορία έχουν ως εξής:

- 1953-1963: 3.214.500.000 δρχ.

- 1964-1966: 5.771.300.000 δρχ.

- 1967-1973: 7.848.600.000 δρχ.

- 1975-1981: 7.218.000.000 δρχ.

- 1982-1989: 5.467.400.000 δρχ.

Και στην αγροτική πολιτική, όπως και σε κάθε άλλη οικονομική στατιστική, οι Κυβερνήσεις Παπαδοπούλου επιδεικνύουν τις καλύτερες επιδόσεις. Η ετήσια αύξηση της αγροτικής παραγωγής έφτασε από 3,4% το 1966, σε 9,1% το 1970. Παράλληλα, εκτοξεύτηκε και η αγροτική αποταμίευση: οι καταθέσεις στην Αγροτική Τράπεζα από 3.200.083.000 δρχ. το 1967, έφτασαν τις 6.426.374.000 δρχ. το 1972. Ενώ το αγροτικό εισόδημα είχε μέσο ετήσιο ρυθμό αυξήσεως 10%, αριθμό πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Όλα αυτά, οδήγησαν την Υποεπιτροπή Γεωργικής Πολιτικής του ΟΟΣΑ να παραχωρήσει επαίνους στις Κυβερνήσεις Παπαδοπούλου για την αγροτική πολιτική τους.

Αντιθέτως, από την δεκαετία του ’80 έως σήμερα, ο πρωτογενής τομέας υπήρξε θύμα εναλλασσόμενων λανθασμένων πολιτικών: από τις πελατειακές επιδοτήσεις του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ, μέχρι τα αποτυχημένα κακέκτυπα μεταρρυθμίσεως του Σημίτη, τις χαμένες ευκαιρίες της περιόδου Σαμαρά και την πλήρη απουσία στρατηγικής της τελευταίας δεκαετίας. Η Κυβέρνηση Μητσοτάκη, μάλιστα, έχει επιδεινώσει όλες τις παθογένειες: αφορολόγητο που συρρικνώνεται, κόστος παραγωγής που εκτοξεύεται, μηδενική προστασία εγχώριας παραγωγής και παντελή έλλειψη σχεδίου αυτάρκειας.

Η σύγκριση του τότε με το τώρα δεν έχει μονάχα ιστορική σημασία. Εξυπηρετεί το να αναδειχθεί μία αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα: επί Παπαδόπουλου εφαρμόστηκε μία σαφής, μετρήσιμη και αποτελεσματική στρατηγική που έσωσε την ελληνική ύπαιθρο σήμερα, εφαρμόζεται ένα άναρχο μείγμα μέτρων που οδηγεί στην μαρασμό.

Σε εκείνη την άλλη Ελλάδα, ο αγρότης θεωρείτο θεμέλιο της οικονομίας. Στην Ελλάδα του ’74 και του σήμερα, ο αγρότης αντιμετωπίζεται ως βάρος. Κι αν θέλουμε πραγματικά να μιλάνε για ανάπτυξη, αυτοδυναμία και εθνική στρατηγική, τότε το αγροτικό δεν μπορεί να είναι μία μόνιμη τροχοπέδη για κάθε κυβέρνηση, αλλά πυλώνας πολιτικής – ακριβώς όπως υπήρξε τότε.

Ἀπό ἐδῶ 

Η ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΛΙΓΝΙΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ Η ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΑΔΟΧΟΥΣ ΤΟΥ

του Νίκου Γ. Ματθαίου

Εδώ και πολλά έτη, ο δημόσιος διάλογος γύρω από την ενεργειακή τροφοδότηση της χώρας κυριαρχείται από συνθήματα περί «πράσινης μεταβολής», «απολιγνιτοποίησης» και «απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα». Η Ελλάς βιώνει ξανά μία βαθιά ενεργειακή αναταραχή. Ο λιγνίτης επανέρχεται εσπευσμένα στο προσκήνιο, τα εγχώρια κοιτάσματα υδρογονανθράκων παραμένουν ανεκμετάλλευτα ή εγκαταλείπονται και το δημόσιο εξαρτάται όλο και περισσότερο από εισαγόμενη – και ακριβή – ενέργειας. Μέσα σε αυτή την σύγχυση, έχει αξία να επιστρέψει κανείς στην εποχή όπου η χώρα επέτυχε για πρώτη φορά ενεργειακή αυτοδυναμία, αξιοποίησε σχεδόν στο έπακρο τους φυσικούς της πόρους και κατόρθωσε να μεταβεί από τον «ημιεξηλεκτρισμό» στην τεχνολογική πρωτοπορία.

Η λιγνιτική ενεργεία για την Ελλάδα δεν είναι απλώς μία υποσημείωση της ενεργειακής μας πολιτικής, αλλά ένα από τα βασικά κεφάλαια της μεταπολεμικής μας ανάπτυξης. Ο λιγνίτης αποτέλεσε για δεκαετίες την ραχοκοκαλιά της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, στήριξε ολόκληρες περιοχές και δημιούργησε μία βαριά βιομηχανία γύρω από την εξόρυξη και την μεταφορά του.

Σήμερα, ωστόσο, ο δημόσιος διάλογος περί λιγνίτη κυριαρχείται από περιβαλλοντικούς αφορισμούς, αφήνοντας στην άκρη το πραγματικό ερώτημα: πώς φτάσαμε από την εποχή μεγάλων επενδύσεων και τεχνολογικών επιτευγμάτων σε μία βεβιασμένη απολιγνιτοποίηση; Για να απαντήσουμε, πρέπει να θυμηθούμε τι ακριβώς χτίστηκε – και έπειτα να δούμε πώς διαχειριστήκαμε την σημερινή του προοπτική.  

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, ο εξηλεκτρισμός της Ελλάδος προχωρούσε αργά, άνισα και με λύσεις που θύμιζαν περισσότερο προσωρινά μπαλώματα παρά εθνικό σχέδιο. Σχεδόν σε κάθε περιοχή πλην των μεγάλων πόλεων, το ρεύμα έφτανε περιορισμένα ή καθόλου, ενώ η ενεργειακή κατανάλωση εξηρτάτο κυρίως από εισαγόμενα καύσιμα.

Οι Κυβερνήσεις Παπαδοπούλου στράφηκαν προς την αξιοποίηση όλων των εγχωρίων ενεργειακών πηγών. Οι σκοποί ήταν δύο: 1) ενεργειακή αυτάρκεια και 2) μείωση των εισαγωγών πετρελαίου.

Η ΔΕΗ της περιόδου 1968-1973 υπήρξε μακράν ο πιο κερδοφόρος εγχώριος οργανισμός κι ένα διεθνές πρότυπο. Οι επενδύσεις της τριπλασιάστηκαν κι έφτασαν σε ύψος 1.019.000.000$, από 374.000.000 που ήταν την περίοδο 1961-1966. Το 5ετές Πρόγραμμα Επενδύσεως της ΔΕΗ προέβλεπε ακόμη 35.000.000.000 σε επενδύσεις για την περίοδο 1972-1976.

Κατασκευάστηκαν πέντε ειδών ηλεκτροπαραγωγικοί σταθμοί, διακρινόμενοι με βάση το καύσιμο που χρησιμοποιούσαν: 1) οι υδροηλεκτρικοί, 2) οι ντιζελοκίνητοι, 3) οι ατμοηλεκτρικοί, 4) οι πυρηνικοί και 5) οι λιγνιτικοί. Τον λιγνίτη χρησιμοποίησαν:

Οι Δ’ και Ε’ Λιγνιτικές Μονάδες Πτολεμαΐδος, ισχύος 300.000 KW.

Το Ενεργειακό Κέντρο Καρδιάς Πτολεμαΐδος, στο οποίο λειτουργούσαν 5 μονάδες, συνολικής ισχύος 1.500.000 KW. Δύο εξ αυτών εγκαινιάσθηκαν στις 28 Σεπτεμβρίου 1972 (ισχύος 600.000 KW) και οι άλλες τρεις ολοκληρώθηκαν το 1981 (ισχύος 900.000 KW). Η Πτολεμαΐδα ήταν τότε το μεγαλύτερο ενεργειακό κέντρο των Βαλκανίων.

Το Λιγνιτοκεντρικό Συγκρότημα Μεγαλοπόλεως, που λειτουργούσε εντός του ΑΗΣ Μεγαλοπόλεως, όπου υπήρχαν τρεις μονάδες (συνολικής ισχύος 550.000 KW). Το κοίτασμα λιγνίτη της Μεγαλοπόλεως ανήρχετο σε 360.000.000 τόνους.

Αυτές οι ενεργειακές μονάδες δεν έχουν απλώς ιστορικό ενδιαφέρον – σήμερα, βρίσκονται στο επίκεντρο μίας έντονης ενεργειακής και πολιτικής αντιπαράθεσης. Η Κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει δεσμευθεί για πλήρη απολιγνιτοποίηση μέχρι το 2028, με πολλούς λιγνιτικούς σταθμούς να κλείνουν ή να μετατρέπονται σε μονάδες αερίου.

Η πορεία του ελληνικού λιγνίτη της εποχής Παπαδόπουλου θεωρήθηκε ως ένα τεχνολογικό επίτευγμα διεθνούς ακτινοβολίας, καθώς επετεύχθη για πρώτη φορά η παραγωγή ηλεκτρικής ενεργείας από καύσιμο με θερμογόνο δύναμη, που έφτανε τις 960 θερμίδες και ποσοστό υγρασίας που έφτανε το 60%. Αξίζει να αναφέρουμε πως, τυπικά εκείνη την εποχή στην Ευρώπη, ο λιγνίτης είχε δύναμη 1.500 με 2.000 θερμίδες/κιλό. Μάλιστα, η υγρασία του λιγνίτη ήταν υψηλότερη από την μέση υγρασία του αξιοποιήσιμου ευρωπαϊκού λιγνίτη, που κυμαινόταν από 30 έως 45%, κάτι που καθιστά το επίτευγμα της Μεγαλοπόλεως ακόμη πιο εντυπωσιακό, λόγω της αυξημένης δυσκολίας του εγχειρήματος.

Ενώ, λοιπόν, παλαιότερα η τεχνολογία παραγωγής από «χαμηλής ποιότητας» μορφές λιγνίτη αποτελούσε πηγή εθνικού εσόδου, σήμερα η ίδια χρήση δέχεται έντονη κριτική. Σύμφωνα με μελέτες, οι λιγνιτικοί σταθμοί εκπέμπουν σημαντικές ποσότητες διοξειδίου του άνθρακος: ειδικά στην περίπτωση της Μεγαλοπόλεως, η αναλογία MWh από λιγνίτη προς εκπομπές διοξειδίου του άνθρακος είναι σημαντικά μεγαλύτερη από περιοχές όπως η Δυτική Μακεδονία, όπου και εκεί η αναλογία είναι άνω του μετρίου. Πρέπει ωστόσο να λάβουμε υπ’ όψιν τα τεχνικά χαρακτηριστικά του ελληνικού λιγνίτη και, προτού φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι  ο λιγνίτης ισούται περιβαλλοντική καταστροφή, πρέπει να αναλογιστούμε το ότι ο ελληνικός λιγνίτης έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο, κάτι που μειώνει κάποιους από τους πιο επικίνδυνους ρύπους. Δεν χρειάζεται να αγιοποιούμε τον λιγνίτη, αλλά ούτε και να τον αφορίζουμε.

Από το 1971 κι έπειτα, το 68% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενεργείας προερχόταν από εγχώριες πηγές – και κυρίως από τον λιγνίτη. Ήταν ο λιγνίτης επομένως το κύριο καύσιμο του ραγδαίου εξηλεκτρισμού της περιόδου 1968-1973, ο οποίος εστέφθη από ανεπανάληπτη – έως τότε ή έκτοτε – επιτυχία. Τα επιτεύγματα του εξηλεκτρισμού της περιόδου 1967-1973 είναι γνωστά τοις πάσι και, για τους σκοπούς του παρόντος, δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση.

Η Ελλάς του Παπαδόπουλου οραματίστηκε να μετατρέψει τον γεωλογικό της πλούτο σε εγχώρια ενεργειακή πηγή ισχύος – όχι μονάχα μέσω του λιγνίτη, αλλά και αξιοποιώντας τα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου που ήταν κοινό μυστικό ότι υπήρχαν στην ελληνική επικράτεια. Όπως θα δούμε, υπεγράφησαν συμβάσεις, εξελίχθηκε νομοθεσία και το ενεργειακό μετετράπη σε πυλώνα άμυνας και ασφαλείας. Σήμερα, αυτή η παλιά νοοτροπία επανέρχεται  

Το 5ετές Πρόγραμμα 1968-1972 προέβλεπε το ποσό των 600.000.000 δρχ. για μεταλλευτικές έρευνες. Για αναφορά, την περίοδο 1964-1966 είχαν διατεθεί μονάχα 84.700.000.

Συνετάχθησαν τουλάχιστον 10 νόμοι αφορώντες στην ενεργειακή αναδιάρθρωση της Ελλάδος, από θέματα αξιοποιήσεως του ορυκτού πλούτου και των φυσικών οργανικών λιπασμάτων, έως αδειοδοτήσεως ερεύνης και εκμεταλλεύσεως των χερσαίων και θαλασσίων κοιτασμάτων και εκσυγχρονισμού του Κώδικος Μεταλλευτικής Νομοθεσίας.

Η στροφή αυτή στην εγχώρια ενέργεια είχε πρωτοφανή αποτελέσματα:

- Η παραγωγή μεταλλευτικών υλών τριπλασιάσθηκε και ο μέσος ετήσιος ρυθμός αυξήσεως της συμμετοχής μεταλλείων και ορυχείων στο Α.Ε.Π. έφτασε το 14,2%, ξεπερνώντας τον στόχο του 10,9% που είχε θέσει το 5ετές Πρόγραμμα 1968-1972.

- Μεταξύ 1967 και 1971, η συνολική αξία των εξαγωγών ελληνικών ορυκτών και μεταλλευμάτων ανήλθε στα 186.800.000 δολλάρια, από μόλις 45.900.000 το 1966, ενώ η συνολική αξία εξαγωγής μετάλλου 15πλασιάσθηκε, φτάνοντας τα 322.700.000 δολλάρια. Επρόκειτο για λίγο πάνω από το 50% των βιομηχανικών εξαγωγών της χώρας. Αντιστοίχως, το 1966 κάλυπτε μονάχα το 28%.

- Η Ελλάς κατέλαβε την διεθνή πρωτιά σε ρυθμό ανόδου παραγωγής και σε εξαγωγές στον κλάδο της μεταλλουργίας.

- Εκτινάχθηκε η εξόρυξη σιδηρομεταλλευμάτων και λευκολίθου.

- Αξιοποιήθηκαν τα λιγνιτικά κοιτάσματα.

- Αυξήθηκε δραματικά η εξόρυξη βωξίτου, διπύρου, αλουμινίου και σιδηρονικελίου.

Παράλληλα, για πρώτη φορά ξεκίνησαν στην χώρα έρευνες για εύρεση πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μέχρι να ανακαλυφθούν αυτά, όμως, για την άμεση πετρελαϊκή ασφάλεια της Ελλάδος, υπεγράφη στις 2 Νοεμβρίου 1968 σύμβαση με τις εταιρείες Mobil Oil, Shell και British Petroleum. Η συμφωνία αυτή επρόκειτο και για μία διεθνή επιτυχία της χώρας, καθώς εξοικονομήθηκαν 55.000.000 δολλάρια, καθώς επετεύχθη πολύ χαμηλότερη τιμή αγοράς από τις τρέχουσες διεθνείς τιμές.

Στις 27 Ιουλίου 1968, η Κυβέρνηση Παπαδοπούλου υπέγραψε σύμβαση με την TEXACO, ενώ στις 13 Μαρτίου 1969 δημοσιεύθηκε το μνημειώδες Ν.Δ. 142/1969 «Περί ερεύνης και εκμεταλλεύσεως του υποθαλασσίου και υπολιμνίου ορυκτού πλούτου» (ΦΕΚ 48). Πέραν της ενεργειακής σημασίας του, αυτός ο νόμος υπήρξε και η πρώτη φορά που η Ελλάς διακήρυξε την κυριαρχία της στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου. Η επιδίωξη εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου από τις Κυβερνήσεις Παπαδοπούλου συνεχίστηκε και με την επικύρωση, στις 8 Ιουλίου 1972, της Συμβάσεως Περί Υφαλοκρηπίδος της Γενεύης και η ελληνική διπλωματία, κατά την Γ' Διπλωματική Διάσκεψη Δικαίου Θαλάσσης ανέπτυξε για πρώτη φορά τα θεμέλια της σύγχρονης επιχειρηματολογίας υπέρ της ελληνικής υφαλοκρηπίδος, συντρίβοντας τα - σαθρά, ομολογουμένως - τουρκικά επιχειρήματα.

Μέχρι το 1972, η Κυβέρνηση Παπαδοπούλου υπέγραψε άλλες 18 συμβάσεις για την έρευνα και εκμετάλλευση του ενεργειακού πλούτου της χώρας, με όρους λίγο έως πολύ ευνοϊκούς για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. (για περαιτέρω ανάλυση, βλ. Μάνου Χατζηδάκη «Γεώργιος Παπαδόπουλος: Ιστορικής Βιογραφία», Τόμος 13ος, σελ. 149-156).

Εδώ, αξίζει να σημειώσουμε πως οι συμβάσεις αυτές είχαν έναν κοινό παρονομαστή: το ότι το κράτος παρέμενε ως ο απόλυτος ρυθμιστής και νομέας του υπεδάφους. Η συμμετοχή ξένων εταιρειών στην έρευνα και εκμετάλλευση των ελληνικών ενεργειακών κοιτασμάτων βεβαίως και είναι θεμιτή, ωστόσο – για να είναι και συμφέρουσα – πρέπει να συνοδεύεται από κυβερνητικό έλεγχο, αυστηρούς όρους, χρονικά ορόσημα και υποχρεώσεις επενδύσεων. Αντιθέτως, οι σημερινές παραχωρήσεις θυμίζουν περισσότερο εκχώρηση παρά πρωτοβουλία: πολυεθνικοί όμιλοι αποκτούν σχεδόν πλήρη διαχείριση των οικοπέδων, με το κράτος να περιορίζεται σε ρόλο επόπτη που απλώς αναμένει τα αποτελέσματα.

Όπως γράφει ο Νικόλαος Μακαρέζος αναφερόμενος σε εκείνες τις συμβάσεις, που ανετέθησαν κυρίως σε αμερικανικές εταιρείες, ο Παπαδόπουλος: «...είχε πετύχει να αντιπαρατάξει τα συμφέροντα του αμερικανικού παράγοντα προς τις τουρκικές επεκτατικές βουλιμίες και διεκδικήσεις για τον υποθαλάσσιο χώρο του Αιγαίου και να ισχυροποιήσει έτσι ακόμα περισσότερο την αμυντική θωράκιση του ελληνικού θαλασσίου χώρου του Αιγαίου

Το 1973, ξεκίνησαν και οι πρώτες γεωτρήσεις. Τις πραγματοποίησαν οι εταιρίες Oceanic Colorado ADA Oil Co. και AN CAR Oil Co. στις θάλασσες ανοιχτά της Θάσου και της Λήμνου και - χερσαία - στην Ζάκυνθο. Η πρώτη γεώτρηση, που έλαβε χώρα κοντά στην Θάσο (κωδική ονομασία ΚΑΒΑΛΑ ΝΟ. 1), ανακάλυψε σε βάθος 2.200 μ. την ύπαρξη φυσικού αεριού. Η ποσότητα ήταν 10.000.000 κυβικά πόδια ημερησίως. Παράλληλα, ευρέθη στο ίδιο κοίτασμα και φυσική βενζίνη. Τα ευρήματα της γεώτρησης υποδείκνυαν και την πιθανότατη ύπαρξη πετρελαϊκών κοιτασμάτων στην περιοχή του Θρακικού Πελάγους. Πράγματι, η δεύτερη γεώτρηση (ΚΑΒΑΛΑ ΝΟ. 2) αποκάλυψε την σε βάθος 3.200 μ. ύπαρξη πετρελαίου βαρύτητος 29 A.P.I., που για την εποχή θεωρείτο υψηλής ποιότητος.

Παρά τις τεχνικές δυσχέρειες, οι τότε γεωτρήσεις πραγματοποιούντο με συνέπεια, κρατική επίβλεψη και με στόχο την ταχεία απόκτηση τεχνογνωσίας. Σήμερα, η εικόνα είναι ανεστραμμένη: η χώρα παραμένει παθητική, οι έρευνες προχωρούν μόνον όταν και όπως το επιλέξουν οι κοινοπραξίες και, γενικώς, ο σχεδιασμός δεν είναι εθνικός αλλά εταιρικός. Όλα αυτά, μας λένε ό,τι χρειάζεται να γνωρίζουμε για το πώς βρίσκεται εκεί που βρίσκεται πλέον η ενεργειακή κατάσταση της Ελλάδος. Όταν οι εταιρείες που λαμβάνουν τις εργολαβίες λαμβάνουν όλον τον σχεδιασμό, την τεχνική μελέτη, την έρευνα και – αν προκύψει – την παραγωγή/εξόρυξη, δεν είναι να απορούμε για το – ανύπαρκτο – ενεργειακό παρόν και μέλλον της χώρας.

Η ενεργειακή πολιτική της Ελλάδος συνεδέετο αρρήκτως και με την εθνική ασφάλεια, μία ιδέα που σήμερα φαντάζει ξένη. Στις 30 Οκτωβρίου 1973, το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας αποφάσισε την ανακοίνωση των ανακαλύψεων κοιτασμάτων πετρελαίου λίγο μετά τις εκλογές της 10ης Φεβρουαρίου 1973, με παράλληλη άμεση επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.

Η ενέργεια θα συνοδευόταν από πλήρη κινητοποίηση του Ναυτικού και της Αεροπορίας, τα οποία - χάρις στους εξοπλισμούς που είχαν πραγματοποιηθεί τα προηγούμενα έτη, είχαν επιτύχει σαφή υπεροπλία έναντι της Τουρκίας σε Αιγαίο και Κύπρο. Ιδιαιτέρως μετά και την απόκτηση των Phantom F4E που είχαν παραγγελθεί τον Απρίλιο του 1972 και θα παρελαμβάνοντο τον Απρίλιο του 1974, κάθε αεροπορική απόπειρα εκ μέρους της Τουρκίας στο Αιγαίο ουσιαστικώς θα επρόκειτο για αποστολή αυτοκτονίας. Η επέκταση αυτή των χωρικών υδάτων θα έχαιρε και διεθνούς υποστηρίξεως, καθώς την ίδια περίοδο είχαν ξεκινήσει οι νομικές διεργασίες του νέου Δικαίου της Θαλάσσης, που υπεγράφη το 1982 και το οποίο η Τουρκία μέχρι και σήμερα δεν αναγνωρίζει.

Η ιδέα πίσω από το σχέδιο δεν ήταν πρωτόγνωρη ούτε και έχει παύσει να εφαρμόζεται. Κάθε σοβαρό κράτος αντιμετωπίζει την ενέργεια ως σκληρό γεωπολιτικό νόμισμα, καμμία χώρα δεν αφήνει ανεκμετάλλευτο τον φυσικό της πλούτο. Από τις ΗΠΑ και την Νορβηγία μέχρι το Ισραήλ, την Κύπρο και ακόμη και τις μικρότερες περιφερειακές δυνάμεις, όλοι χρησιμοποιούν τους υδρογονάνθρακες για να ενισχύσουν την θέση τους, να διαπραγματευτούν από θέση ισχύος, να εξασφαλίσουν χαμηλότερο κόστος για τους πολίτες τους και να χρηματοδοτήσουν την δική τους βιομηχανική και αμυντική πολιτική. Κανείς δεν αποποιείται την ενεργειακή του αυτονομία. Κανείς δεν την εκχωρεί ως δευτερεύουσα υπόθεση. Η μοναδική εξαίρεση, δυστυχώς, παραμένει η Ελλάδα των τελευταίων 52 ετών, που επιδεικνύει διαχρονική αδράνεια ή πρόχειρες κινήσεις σε έναν τομέα που άλλοι αντιμετωπίζουν ως ζήτημα εθνικής στρατηγικής και όχι ως διαχειριστικό βάρος. Αλήθεια στενάχωρη, ιδιαιτέρως εάν αναλογιστούμε την έκταση του ορυκτού πλούτου της χώρας μας.

Φυσικά, η προβληματική διαχείριση του ενεργειακού ζητήματος από τις ελληνικές κυβερνήσεις δεν είναι σημερινό φαινόμενο, αλλά σταθερά δεκαετιών. Από την εγκατάλειψη της έρευνας υδρογονανθράκων επί Κωνσταντίνου Καραμανλή και Ανδρέα Παπανδρέου και τις πρώιμες ιδιωτικοποιήσεις χωρίς συνολικό εθνικό σχέδιο επί Κώστα Σημίτη, έως την πλήρη απουσία στρατηγική ενέργεια επί Γιώργου Παπανδρέου, η χώρα αφέθηκε να πορεύεται με την ψευδαίσθηση ότι η Ευρώπη θα λύσει το πρόβλημα για λογαριασμό της. Ακολούθησαν οι αποσπασματικές – και συχνά αποτρεπτικές για επενδύσεις – παρεμβάσεις των μνημονιακών κυβερνήσεων Σαμαρά και Τσίπρα, που προσέθεσαν ρυθμιστικό χάος αντί για σταθερό πλαίσιο. Και σήμερα, η Κυβέρνηση Μητσοτάκη, αντί να πράξει παν τι δυνατόν για να αναστρέψει αυτή την πορεία, προωθεί επιλογές που ελαχιστοποιούν ακόμη περισσότερο την εγχώρια ενεργειακή κυριαρχία.

Σε αυτή την πορεία ενεργειακής απαξίωσης, μοναδική φωτεινή εξαίρεση υπήρξε η Κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή, η μόνη που επιχείρησε – έστω και συγκρατημένα – έναν στρατηγικό αναπροσανατολισμό μέσω των αγωγών Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη και South Stream, προτού η κυβέρνηση ανατραπεί υπό το βάρος – τεχνητών, ως επί το πλείστον – σκανδάλων.

Επιστρέφοντας στην Κυβέρνηση Παπαδοπούλου, το όλο πλάνο στηριζόταν στο στοιχείο του αιφνιδιασμού και στο να βρεθεί η Τουρκία προ τετελεσμένου γεγονότος. Την ύπαρξη αυτού του απορρήτου σχεδίου αποκάλυψε ο τότε Υπουργός Εθνικής Αμύνης Νικόλαος Εφέσιος:

«Η αναγγελία εξορύξεως υπολογιζόταν τον Μάιο του 1974 - δύο μήνες μετά τις εκλογές - αφού πρώτα η Ελλάς θα είχε παραλάβει τις δύο μοίρες Phantoms F4E. Σχεδιάσαμε λοιπόν το εξής: Την παραμονή της αναγγελίας, οι Ένοπλες Δυνάμεις θα ετίθεντο σε επιφυλακή: Ένα Υποβρύχιο και μία Πυραυλάκατος θα έπλεαν στο Αιγαίο, σε πλήρη ετοιμότητα. Παράλληλα, μία μοίρα F4E, έμφορτη οπλισμού στην Κρήτη θα ήταν έτοιμη να απογειωθή. Η εκτίμηση ήταν ότι με την εφαρμογή αυτού του προληπτικού σχεδίου θα εξουδετερωνόταν οποιαδήποτε τουρκική αντίδραση

Όπως όμως όλοι γνωρίζουμε, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ανετράπη στις 25 Νοεμβρίου 1973 από τον Δημήτριο Ιωαννίδη και τίποτα από αυτά δεν πραγματοποιήθηκε. Η ουσία, όμως, είναι ότι – μισό αιώνα πριν – η Ελλάς επιχείρησε, με σκληρό τρόπο και με πρωτοφανές πείσμα, να καταστεί ενεργειακώς αυτάρκης. Σήμερα, την ίδια ώρα που ο υπόγειος πλούτος της επανέρχεται στο προσκήνιο, η χώρα έχει αποσυρθεί ησύχως από το τραπέζι των αποφάσεων. Οι αποφάσεις για το αν, πότε και πώς θα αξιοποιηθούν τα ενεργειακά κοιτάσματα λαμβάνονται αλλού. Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι η ενεργειακή ανεξαρτησία, που κάποτε ήταν στόχος, σήμερα μοιάζει περισσότερο με ανάμνηση παρά πρόθεση.

Η αντιπαραβολή είναι αμείλικτη: εκεί που ο Γεώργιος Παπαδόπουλος αντιμετώπισε τον λιγνίτη και το πετρέλαιο ως στρατηγικά εργαλεία αυξήσεως ισχύος και εθνικής κυριαρχίας αλλά και κοινωνικής ευημερίας, σχεδόν όλες οι μεταγενέστερες κυβερνήσεις τα κληρονόμησαν ως βάρη που προτιμούσαν να αποφύγουν και να μετακυλήσουν στην επόμενη.

Η Ελλάς, από πρωτοπόρος στην αξιοποίηση του υπεδάφους της, εξελίχθηκε σε χώρα που υπογράφει, αναστέλλει, ξαναϋπογράφει και τελικώς εγκαταλείπει ενεργειακές επιλογές χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Κι έτσι, από μία εποχή στην οποίαν η ενέργεια αποτελούσε μοχλό εθνικής πολιτικής, περάσαμε σε δεκαετίες κατά τις οποίες αντιμετωπίζεται περισσότερο ως διαχειριστικό πρόβλημα παρά ως στρατηγικό πλεονέκτημα.

Αυτό ακριβώς είναι το δίπολο που συνοψίζει ο τίτλος: από την ενεργή εθνική στρατηγική, στην φοβική διαχείριση ενός θέματος που θα έπρεπε να αποτελεί θεμέλιο της εθνικής μας ισχύος.

Ἀπό ἐδῶ 

Ἔτσι, Παπαδόπουλος λένε καί ...κρυφά κλαῖνε, οἱ ὑποτελεῖς τοῦ προοδευτισμοῦ καί τῆς δημοκρατίας τους...

Ὑπῆρξε καί γιά τήν Ἑλλάδα μία "χρυσή ἐποχή " στά τελευταῖα 200 χρόνια. Δέν ξεχνοῦμε ! 

Για τήν 21η Ἀπριλίου ! Γιά τόν Γεώργιο Παπαδόπουλο ! 


Ἡ Πελασγική

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου